Friday, March 24, 2017

Να σκεπάζουμε το σφάλμα του αδελφού ( Γεροντικό )

Ρώτησε ένας αδελφός τον αββά Ποιμένα: «Εάν δω κάποιο σφάλμα του αδελφού μου, είναι καλό να το σκεπάσω;» Κι ο Γέροντας απάντησε: «Όποια ώρα σκεπάσουμε το σφάλμα του αδελφού μας, σκεπάζει και ο Θεός το δικό μας. Κι όποια ώρα θα φανερώσουμε του αδελφού το σφάλμα, θα φανερώσει και ο Θεός το δικό μας».
 
Από το Γεροντικό

Tuesday, March 21, 2017

Μακάριοι οί πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν ή βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. ε' 3). ( Γέροντος Ιωσήφ Διονυσιάτου )

 Μέσα από την πίστη οδηγείται ό άνθρωπος στην ταπεινοφροσύνη. Συνειδητοποιεί ότι δεν έχει λόγους να είναι υπερήφανος, γιατί τόσο ό ίδιος καθώς και όλα όσα έχει προέρχονται από τον Θεό και ανήκουν σε Εκείνον. Αντιλαμβάνεται τη δική του μικρότητα και τη μεγαλειότητα του Θεού Ό Θεός δημιούργησε όλη την κτίση από το μηδέν. Καταλαβαίνεις τώρα την άπειρη δύναμη του Θεού και τη δική σου μηδαμινότητα; Για ποιόν λόγο λοιπόν να έχεις αλαζονεία; Συνειδητοποιείς πώς ή υπερηφάνεια είναι απλά μία απάτη;
Ό Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: «Μακάριοι οί πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτών εστίν ή βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. ε' 3). Εκείνοι πού έχουν ταπεινό φρόνημα είναι αρεστοί στον Θεό. Και όχι γιατί ό Θεός είναι αλαζόνας και του αρέσει να ταπεινώνει τα πλάσματα του, αλλά γιατί ό ταπεινός βιώνει μέσα του την αλήθεια σχετικά με τον άνθρωπο και τον Θεό, βιώνει μέσα του τη σωστή σχέση Θεού -άνθρώπου.
Από πολλά κακά μας απαλλάσσει ή ταπεινοφροσύνη και πολλά καλά μας προσφέρει. Πράγματι, θα είμαστε μακάριοι, όταν συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια της ταπεινοφροσύνης και προσπαθήσουμε να ζήσουμε με αυτή την αρετή. Τότε, αδελφέ μου, μας ανοίγεται και πάλι από τον Χριστό μας ή πόρτα του Παραδείσου, πού έκλεισε κάποτε ακριβώς λόγω της αλαζονείας.


Γέροντος Ιωσήφ Διονυσιάτου 

Friday, March 17, 2017

Προσευχή με κομποσχοίνι : Πώς να λέμε την Ευχή...


Τού Χριστού λέμε: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Της Παναγίας λέμε: Υπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με.
Τού Αγίου της ημέρας: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.
Τού Αγίου της ενορίας: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.
Τού Αγίου της εβδομάδος: Άγιε… πρέσβευε υπέρ εμού.


Δευτέρα: Άγιοι Αρχάγγελοι, πρεσβεύσατε υπέρ εμού.


Τρίτη: Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ εμού.


Τετάρτη και Παρασκευή: Σταυρέ του Χριστού, σώσόν με τη δυνάμει σου.


Πέμπτη: Άγιοι Απόστολοι, πρεσβεύσατε υπέρ εμού και, Άγιε Νικόλαε, πρέσβευε υπέρ εμού.


Σάββατο: Άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ εμού.


Κυριακή: Παναγία Τριάς (ο Θεός), ελέησόν με.
Γιά τον Άγγελο Φύλακα: Άγιε Άγγελέ μου, φύλαξέ με.

Sunday, March 12, 2017

Στο «έξαιρέτως τής Παναγίας Άχράντου» νά σταυρώνουμε τον νου μας, όπου πονάμε καί νά μνημονεύουμε ονόματα αρρώστων, αμαρτωλών, φυλακισμένων... ( Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου )

 Θέλω καί κάτι επί πλέον νά έπισημάνω γιά τήν Θεία Λειτουργία, γιά τή στιγμή τού «Αξιόν έστι».
Εκείνη τήν ώρα νά προσέχουμε τον λογισμό μας και νά σταυρώνουμε όλο τό σώμα μας, διότι είναι παρών ό Θεός. Εκείνη τήν ώρα άποκαλύπτει πολλά πράγματα ό Θεός και πολύ μάς ένισχύει. Εκείνη τήν ώρα επισκιάζει ή Χάρις τού Παναγίου Πνεύματος. Ή δέ Παναγία όλα τα έξορκίζει είτε πειρασμό είτε άρρώστια. Στο «έξαιρέτως τής Παναγίας Άχράντου» νά σταυρώνουμε τον νου μας, όπου πονάμε καί νά μνημονεύουμε ονόματα αρρώστων, αμαρτωλών, φυλακισμένων καί όσων ανθρώπων έχουν ανάγκη.
Τήν ώρα πού εύχεται ό ίερεύς καί λέει:
«Μνήσθητι Κύριε... ζώντων καί τεθνεώτων» νά γονατίζουμε, αν μπορούμε -καί οί εκκλησιαστικές- καί νά προσευχώμαστε γιά όλους τούς άνθρώπους.

Κάποτε είχε έρθει ό κύριος, πού χάρισε στο Μοναστήρι τα βιβλία τού αγίου Ίωάννου τού Χρυσοστόμου. Είχε ένα έπίμονο πονοκέφαλο καί είχε ξοδέψει πολλά χρήματα στούς γιατρούς, χωρίς νά βρή θεραπεία. Ακούσε λοιπόν σέ μία Θεία Λειτουργία φωνή πού τού είπε: «Τήν ώρα πού θά λέη ό ίερεύς τό “εξαιρέτως”, νά σταυρώσης τον πόνο σου». Αυτό ήταν, σταυρώθηκε καί πέρασε.

Έρχεται καί ή Μεγάλη Τεσσαρακοστή! Νά τή διέλθωμε με πίστη, μέ πολλή αγάπη, με ύπομονές, με πολύ αγώνα πνευματικό, γιά νά φθάσουμε και στην αγία Άνάσταση. 
 
Από το βιβλίο « Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου,Λόγια καρδιάς.

Tuesday, March 7, 2017

Η επίσκεψη της Παναγίας στο βασίλειο του Άδη

Την ρώτησε στη συνέχεια ο Θεός Πατέρας: «Τι θα ήθελες τώρα Κόρη Μου να δεις πρώτα απ’ όλα και να χαρείς;» Ξέρετε τι ζήτησε σαν πρώτη χάρη; Να επισκεφθεί τους τόπους της κόλασης! Παραξενεύτηκαν οι Προφήτες! Παραξενεύτηκαν οι Δίκαιοι! Παραξενεύτηκαν οι Άγγελοι! Το μόνο που ζήτησε να δει, ήταν τον τόπο εκεί που βασανίζονται οι ψυχές εκείνες που δεν φέρθηκαν σωστά στο Θεό και Τον πλήγωσαν βαθιά και με πολλές αμαρτίες στερήθηκαν την αιώνια ζωή. Δεν της χάλασε το χατίρι ο Θεός, μόνο που τώρα άγγελοι και άγιοι την συνόδευαν στην πρώτη της διαδρομή, στο Βασίλειο του Άδη, εκεί που οι ψυχές είναι θλιμμένες και ταλαιπωρημένες.
Και όταν μπήκε στου Άδη το Βασίλειο, τρόμαξαν οι δαίμονες με το φως που έλαμπε και φοβισμένοι έκαναν στην άκρη. Και Εκείνη προχώρησε να δει όλους τους τόπους της κόλασης. Και τον πρώτο που ζήτησε να δει ξέρετε ποιος ήταν; Ποιος μπορείτε να φανταστείτε ότι ήταν; Τον πρώτο που ζήτησε να δει ήταν τον ταλαίπωρο Ιούδα που πρόδωσε τον Γιό της και ικέτευσε το Θεό να τον σπλαχνισθεί.
Όταν την είδαν και την άκουσαν όλοι οι αμαρτωλοί μέσα στις φωτιές του Άδη, άνοιξαν τα στόματα τους και με ικετευτική φωνή όλοι φώναζαν και ικέτευαν και παρακαλούσαν: «Μητέρα του Θεού, σώσε μας του αμαρτωλούς». Για πρώτη φορά είδαν όλοι οι Άγγελοι και οι Προφήτες τα μάτια της τόσο δακρυσμένα και τόσο κλαμένα. Έκλαιγε απαρηγόρητα για τις ψυχές που βασανίστηκαν πολύ. Τους βασάνιζε στη γη ο σατανάς λέγοντας τους πως δεν υπάρχει Θεός και πως μπορούν να κάνουν οτιδήποτε κακό και είδε τώρα τα αποτελέσματα και έκλαψε γι’ αυτές τις ψυχές…
Και ο Ιησούς, ο Γιός της, είδε τα καταγάλανα και πανέμορφα μάτια της δακρυσμένα και πόνεσε η καρδιά Του. Θα ήθελε πολύ να έβγαινε από την κόλαση η Μητέρα Του και να μην βλέπει αυτά που έβλεπε εκείνη τη στιγμή.

Κι όμως η Μητέρα συνέχισε και από όπου περνούσε άνοιγε την αγκαλιά της και άφηνε τα χέρια της σαν σχήμα ευλογίας. Από όπου περνούσε από πάνω και άφηνε το χέρι της απλωμένο, όπως μια μάνα που ανοίγει τα χέρια της αναζητώντας το παιδί της, εκείνη την στιγμή δεν άντεχαν οι δαίμονες, αλλά ούτε και ο Άδης πλέον στις τιμωρίες. Σταματούσαν οι τιμωρίες! Σταματούσε η οργή! Σταματούσε το κακό! Όπου περνούσε από πάνω με το πέρασμα της, γαλήνευε αμέσως ο Άδης, λες και γινόταν παράδεισος αμέσως.
Όταν πέρασαν όλους τους τόπους της κόλασης λυπήθηκε πολύ. Και τότε παρακάλεσε τον Πατέρα της να την αφήσει με όλα τα αδελφάκια της στον ουρανό, τους αγίους πλέον, να είναι στη γη για να αγωνίζεται για τα σπλάχνα Του εδώ και να τα βοηθάει να μην πάει κανένας στην κόλαση, κανένας μα κανένας!
Τότε παρακάλεσε τον Υιό της μια χάρη μοναδική να της δώσει: Όποτε γιορτάζει, όποτε οι άνθρωποι την τιμούν εδώ στη γη, να σταματά και η κόλαση στον Άδη. Όσο κρατάει η θεία Λειτουργία των εορτών της εδώ στη γη, να σταματούν τα βάσανα του Άδη. Όσο η θεία Λειτουργία θα σηκώνεται στο όνομα της και όλοι θα ψάλλουνε τους ύμνους στην Μάνα του Θεού εδώ στη γη, να μην υπάρχει Άδης, να μην υπάρχει κόλαση, να σταματούν όλα! Και ο Υιός της, της έκανε το χατίρι.
Γι’ αυτό να ξέρετε ότι, όσο κρατάνε οι θείες Λειτουργίες των εορτών της Παναγίας εδώ στη γη, Άδης μέχρι την Δευτέρα Παρουσία δεν θα υπάρχει. Θα σταματούν τα πάντα. Αυτό είναι το χάρισμα που έδωσε ο Θεός Πατέρας στην πάναγνο Βασίλισσα Του Μαριάμ.
Γι’ αυτό και θα ήθελα όλοι εμείς που την αγαπάμε, να της δώσουμε τη χαρά να μην μας δει ποτέ στον Άδη, αλλά να μας βλέπει μόνο στον Παράδεισο.
 

Friday, March 3, 2017

Ο Άγιος Ραφαήλ και το «ενωτικό» συλλείτουργο στην Αγία Σοφία







Τό ἔτος 1452 μ.Χ. τό Ἔθνος ὑπέστη μία μεγάλη δοκιμασία· τήν «ψευδοένωση» τῶν ἐκκλησιῶν. Στήν Κωνσταντινούπολη, στίς 12 Δεκεμβρίου 1452, μέ πρωτοβουλία τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (εἶχε τήν ἀπατηλή ἐντύπωση ὅτι ἔτσι ἐξυπηρετοῦσε τό ἔθνος, ξεχνώντας ὅτι ὁ μόνος φίλος καί ἀνίκητος σύμμαχος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σωτῆρας Χριστός) γίνεται «ἑνωτική λειτουργία», παρόντος τοῦ καρδιναλίου Ἰσιδώρου (ἀπεσταλμένου τοῦ πάπα).
Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος ὀργάνωσε τό ἐπίσημο συλλείτουργο στήν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας παρουσίᾳ τοῦ ἀντιπρόσωπου τοῦ

πάπα καρδινάλιου Ἰσίδωρου, στά πλαίσια τῆς «ἑνωτικῆς πολιτικῆς» πού ἐφάρμοζε ἔχοντας τήν ψευδαίσθηση ὅτι θά σωθεῖ ἡ Βασιλεύουσα μέ τή βοήθεια τοῦ πάπα, ἀπό τόν ἐξαιρετικά ἀσφυκτικό τουρκικό κλοιό.
Ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ πρωτοσύγκελος ἀρχιμανδρίτης Ραφαήλ, ἀλλά καί ὁ διάκονος Νικόλαος βρίσκονταν στήν Κωνσταντινούπολη. Στίς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 1452, ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔλαβε χώρα τό συλλείτουργο αὐτό. Ὅμως, ὁ πρωτοσύγκελος Ραφαήλ δέν θέλησε νά παραστεῖ καί οὔτε καί τόν διάκονό του ἄφησε νά πάει. Γνώριζε πολύ καλά ὅτι αὐτό θά ἦταν προδοσία τῆς Πίστεως, ἐπέλεξε νά πειθαρχήσει στόν Θεό καί ὄχι στόν αὐτοκράτορα.
Ὁ ἀσυγκράτητος θυμός τοῦ Παλαιολόγου
Ὁ αὐτοκράτορας θύμωσε πάρα πολύ καί τιμώρησε μέ ἐξορία τούς δύο ἱερεῖς προσωρινά στήν Αἶνο. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ραφαήλ ὀνομάζεται καί ὁμολογητής, διότι παράτησε τίς τιμές καί δόξες τοῦ ἀξιώματός του καί δέν ὑπολόγισε τό κόστος τῆς ἐναντίωσής του στόν αὐτοκράτορα, προκειμένου νά ὑπερασπιστεῖ τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῆς αἱρέσεως τοῦ παπισμοῦ.
Τίς τελευταῖες ἡμέρες ὅμως πρίν τόν ἡρωικό θάνατό του ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος, ὅταν δέν ἦρθε ἡ δυτική βοήθεια, κατάλαβε τό τραγικό του λάθος, καί μέσα στήν Ἁγία Σοφία, τήν τελευταία νύχτα, ζήτησε συγχώρεση ἀπό τὸν Θεό καί ἀνθρώπους καί ἥσυχος τήν ἑπομένη, ἔπεσε ὡς ἥρωας καί ἐθνομάρτυς, ἀφοῦ πρῶτα ἐξομολογήθηκε καί κοινώνησε ὡς ἀληθινός ὀρθόδοξος γι΄ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ραφαήλ συνήθιζε νά τόν ἀποκαλεῖ μετά τήν ἡρωική θυσία του μέ δάκρυα στά μάτια «ἅγιο αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο».
Αὐτός ἦταν ὁ λόγος λοιπόν πού, ὅταν ἄρχισε ἡ πολιορκία τῆς Βασιλεύουσας ἀπό τούς Τούρκους οἱ δύο ἅγιοι πατέρες βρίσκονταν ἐκτός τῶν τειχῶν της καί μετά πέρασαν στήν Μακεδονία. Ἐκεῖ ἦταν, ὅταν συνέβη ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τήν ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα Τρίτη 29η Μαΐου 1453, ἀπό τούς ἐπιδραμόντες ἀπό τά βάθη τῆς Ἀσιατικῆς Μογγολίας Σελτζούκους Τούρκους.
Ὁ τελικός προορισμός τους ἦταν ἡ Λέσβος, ὅπου καί μαρτὐρησαν ἐννέα ἔτη μετά, τόν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 1462 μ.Χ.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
 
http://www.pentapostagma.gr

Wednesday, March 1, 2017

«Με λένε Ραφαήλ…Θυμήσου, κάποια στιγμή θα με χρειαστείς!»


Με μεγάλη συγκίνηση αλλά και λαχτάρα, αξιώνομαι κι” εγώ, ύστερα από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, να μοιραστώ με όλους τους χριστιανούς αδελφούς μου, το Μέγα Θαύμα που έκανε και στη δική μου οικογένεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Από το γάμο μας έχουμε αποκτήσει τρεις γιούς. Ο τρίτος γιος μας, γεννήθηκε πρόωρα, τον Οκτώβριο του 1994, στις τριάντα εβδομάδες κύησης. Παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα σε θερμοκοιτίδα, παρόλ” αυτά, κατάφερε να ανταπεξέλθει και να μεγαλώσει σαν φυσιολογικό μωρό.

Εμείς χαιρόμασταν την οικογένειά μας και τίποτε δεν φαινόταν να σκιάζει την ευτυχία μας.
Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και το καλοκαίρι του 1994 (πριν δεκαοχτώ χρόνια) περνούσαμε ξέγνοιαστα τις διακοπές μας στο σπίτι μας, στο νησί. Ένα μεσημέρι λοιπόν, αφού ξεφύλλισα ένα εβδομαδιαίο περιοδικό και έλυσα γρίφους και σταυρόλεξα, αποκοιμήθηκα. Τότε είδα ένα παράξενο όνειρο: Έναν καλόγερο με γκρι σκούρα ράσα, με μυτερή καλοσχηματισμένη γενειάδα, μετρίου αναστήματος, να στέκεται όρθιος ανάμεσα σε αραιή βλάστηση και χαμηλά δεντράκια. «Με λένε Ραφαήλ» μου είπε και δείχνοντάς μου με το χέρι του μια βραχώδη σπηλιά στο πλάι του, συνέχισε «Εδώ είναι το σπίτι μου. Θυμήσου, κάποια στιγμή θα με χρειαστείς. Να θυμάσαι το Όνομά μου!». Ξύπνησα! «Ραφαήλ;» αναρωτήθηκα. Δεν ξέρω κανέναν Άγιο ονόματι Ραφαήλ. Μη θέλοντας να ξεχάσω το όνομά του, το σημείωσα στο περιοδικό που διάβαζα πριν αποκοιμηθώ. Ύστερα συνέχισα τον μεσημεριανό μου ύπνο, μην ξέροντας πόσο σπουδαίο ρόλο θα έπαιζε αυτό το όνειρο λίγες μέρες αργότερα. Όταν λοιπόν ξύπνησα, ρώτησα τη μητέρα μου, αν ήξερε κάποιον Άγιο με αυτό το όνομα. «Όχι» ήταν η απάντηση.

Οι μέρες πέρασαν και οι διακοπές τελείωσαν. Επιστρέψαμε στο σπίτι μας, στη Ν. Μάκρη. Όλα πήραν τον καθημερινό τους ρυθμό. Ώσπου μια μέρα, ξαφνικά ο μικρός μας γιος (ήταν τότε 9 μηνών) παίζοντας στο πάρκο του, έπεσε στο πλάι ανάμεσα στα παιχνίδια του. Έμοιαζε να πεθαίνει. Μελανιασμένος, μούσκεμα από τον ιδρώτα, ανοιγόκλεινε το στοματάκι του σαν το πουλάκι που αφήνει την τελευταία του πνοή. Αμέσως, το μετέφερα στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διέγνωσαν απώλεια αισθήσεων. Πιθανόν, είπαν, έβαλε κάποιο παιχνιδάκι στο στόμα του που του έφραξε για λίγο την αναπνοή. Τίποτε σπουδαίο. Έτσι επιστρέψαμε σπίτι. Όμως την ίδια ημέρα το ξανάπαθε για δεύτερη και τρίτη και τέταρτη φορά. Οπότε νοσηλεύτηκε για αρκετό χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο Παίδων. Οι γιατροί μετά από πολλές εξετάσεις, διέγνωσαν κάποιο πρόβλημα στον εγκέφαλο. Πρόβλημα που θα το ακολουθούσε για την υπόλοιπη ζωή του.

Πάνω, όμως, από την ιατρική διάγνωση και πέρα από την φαρμακευτική θεραπεία, στέκεται ψηλότερα η θρησκεία μας με όλους τους Αγίους της. Έτσι, λοιπόν, μέσα στη στενοχώρια μου και τη θλίψη μου, εκεί που νόμισα πως η ζωή μου μαύρισε και πως η χαρά από την οικογένειά μου χάθηκε για πάντα, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου και μπήκε μέσα μια ηλικιωμένη γυναίκα που πουλούσε εικονίσματα Αγίων, για να ζήσει. Μέσα από τη μεγάλη τσάντα με τα εικονίσματα, επέλεξε τυχαία και μου πρότεινε ένα εικόνισμα. Ήταν αυτό του Αγίου Ραφαήλ. «Πάρε, παιδάκι μου, αυτή την εικονίτσα» μου είπε, «κι” ο Άγιος Ραφαήλ θα κάνει καλά το παιδάκι σου». Τότε θυμήθηκα το όνειρο που είχα δει. Την ίδια ημέρα πήρα κι” ένα τηλεφώνημα από παιδίατρο, συγγενικό πρόσωπο, ο οποίος μου είπε: «Εκεί που εμείς οι γιατροί σταματάμε, συνεχίζουν οι Άγιοι. Αύριο θα φύγει η πεθερά μου, θα πάει για ένα δικό μας τάμα στον Άγιο Ραφαήλ, στη Μυτιλήνη και θα ανάψει μια λαμπάδα και για το μωρό». Τότε κατάλαβα πως δεν ήμουνα μόνη και αβοήθητη όπως νόμιζα. Και πως το θαύμα δεν θα αργούσε να γίνει, καθώς ο Άγιος Ραφαήλ με τα δύο αυτά περιστατικά μου υπενθύμιζε το όνειρό μου και με οδηγούσε σε Εκείνον. Μέρα νύχτα, λοιπόν, παρακαλούσα τον Άγιο Ραφαήλ να γιατρέψει το παιδάκι μου «Άγιε μου Ραφαήλ, προσευχόμουν, βοήθησέ μας, μη μας αφήνεις αβοήθητους να σηκώσουμε τέτοιο Σταυρό». Ύστερα σκεπτόμουν ότι τα βάσανα είναι για όλους τους ανθρώπους … «Εσύ ξέρεις, Άγιε Ραφαήλ, εσύ θα μας οδηγήσεις. Αν νομίζεις πως αυτό είναι το θέλημα του Θεού μας, κάνε μας να νοιώσουμε ελαφρύτερο το Σταυρό μας».

Οι ημέρες περνούσαν. Οι γιατροί είχαν βγάλει το συμπέρασμά τους. Οι κρίσεις του παιδιού έμοιαζαν επιληπτικές. Η φαρμακευτική αγωγή που δόθηκε στο παιδί, ήταν αγωγή για επιληψία. Όμως, ο Άγιος Ραφαήλ είχε κάνει το θαύμα Του, διότι στο κέντρο επιληψίας οι νέες εξετάσεις που έγιναν στον εγκέφαλο του μωρού δεν έδειξαν καμία απολύτως βλάβη.

Τις επόμενες ημέρες επισκεφθήκαμε την Παναγία της Τήνου, προκειμένου να ανάψουμε μια λαμπάδα για την υγεία του παιδιού και να την ευχαριστήσουμε για το μεγάλο δώρο που μας είχε χαρίσει με τη Μεσιτεία Της. Στο δρόμο, λοιπόν, προς την Χάρη Της, μας πλησίασε ένα μικρό αγοράκι. «Κυρία» μου είπε, «ξέρετε πως με λένε;». «Πώς σε λένε αγοράκι μου;» αποκρίθηκα. «Ραφαήλ, κυρία» μου είπε και χάθηκε μέσα στον κόσμο. Χάθηκε ανάμεσα στον κόσμο; Ή εξαφανίστηκε σαν άγγελος;(!) Αυτό δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Όμως, για μένα εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε σαν άγγελος Κυρίου που μου έλεγε «Ο Άγιος Ραφαήλ είναι που έσωσε το παιδί σου, Εκείνον πρέπει να ευχαριστήσεις». Και πράγματι, ο Άγιος Ραφαήλ μας έκανε μεγάλο θαύμα. Οι μήνες πέρασαν και όλες οι ιατρικές εξετάσεις απέκλιναν όλο και περισσότερο από τις πρώτες και τελικά το παιδί μεγάλωσε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα υγείας.

Εμείς ευχαριστούσαμε τον Άγιο Ραφαήλ που μας το χάρισε γερό και σιδερένιο. Και όλα αυτά τα χρόνια επισκεπτόμαστε κάθε εκκλησία που φιλοξενούσε Ιερά Λείψανα του Αγίου για προσκύνημα. Πέρασαν έτσι δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Κάποια ημέρα προσέξαμε στο δρόμο μια αφίσα που καλούσε τους πιστούς για την Εορτή του Αγίου Ραφαήλ, στο Άνω Σούλι του Μαραθώνα. Που να φανταζόμασταν πως ο Άγιος που είχε φέρει ξανά τη χαρά στο σπίτι μας βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια τόσο κοντά μας. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξή μου ήταν πως επισκεπτόμενη για πρώτη φορά τη Μονή του Αγίου Ραφαήλ στο Άνω Σούλι, ανακάλυψα ότι το σημείο που είναι χτισμένη είναι ακριβώς το ίδιο σημείο που μου είχε υποδείξει ο Άγιος Ραφαήλ στον ύπνο μου, πριν από δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, λέγοντάς μου ότι «εδώ είναι το σπίτι μου». Επισκεπτόμουν για πρώτη φορά τη Μονή, αλλά ήταν σαν να την ήξερα χρόνια.

Ας είναι δοξασμένο το Όνομά Του, που με αξίωσε ύστερα από τόσα χρόνια να βρω και να βρεθώ στο «σπίτι του», και να προσκυνώ την Χάρη Του! Ας έχει όλο τον κόσμο στη Σκέπη Του!

Saturday, February 25, 2017

Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. ( Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής )


Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις. Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά…
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής…
τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» …
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία.

Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.
Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει…
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ” όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Monday, February 20, 2017

Πρώτη μου φορά μίλησα στην Παναγία!

«Βοήθησέ με, Πανάγαθε και Παντοδύναμε! Θέλω να γνωρίσουν κι άλλοι την αγάπη Σου!»

Ἔδειχνε κουρασμένη ἡ κυρία Στέλλα. Τρεῖς μῆνες στὸ ἴδιο κρεβάτι τοῦ δίκλινου θαλάμου τοῦ μεγάλου Νοσοκομείου. Ἂν εἶχε στόμα νὰ μιλήσει τὸ κρεβάτι της, δὲν θά ’φταναν ὧρες νὰ διηγεῖται τοὺς πόνους καὶ τὰ βογγητά της…

- Ἄχ, Θέ μου, πότε θὰ πάρω κι ἐγὼ τὸ ἐξιτήριο νὰ πάω στὸ σπιτάκι μου, στοὺς δικούς μου! Ὅσες ἄρρωστες ἦρθαν στὸ διπλανὸ κρεβάτι δὲν ἔμειναν πάνω ἀπὸ μιὰ βδομάδα, κι ἐγὼ κλείνω σήμερα ἐδῶ μέσα τρεῖς μῆνες! Σχώρα με, Θεέ μου, δὲ γογγύζω, μὰ κουράστηκα. Γι’ αὐτὸ τὰ λέω σὲ σένα ποὺ σὲ νιώθω πατέρα μου στοργικό.
 

Πρὶν ἀποσώσει καλά - καλὰ τὶς σκέψεις της, φέρνουν μ’ ἕνα φορεῖο στὸ θάλαμο μιὰ φρεσκοχειρουργημένη νεαρὴ κοπέλα, ποὺ τὴν συνόδευε ἕνας νεαρός. Καὶ οἱ δυό τους εἶναι κατατρυπημένοι μὲ σκουλαρίκια καὶ γεμάτοι μὲ ἀνατριχιαστικὰ τατουάζ. Ἀπὸ ὅ,τι δείχνουν φαίνεται ἀρκετὰ δύσκολο νὰ ἐπικοινωνήσει κανεὶς μαζί τους.

Τὸ πρῶτο εἰκοσιτετράωρο ἦταν πολὺ δύσκολο γιὰ τὴ νέα. Οἱ συνοδοὶ τῆς κυρίας Στέλλας πολὺ διακριτικὰ προσπαθοῦσαν νὰ τὴν βοηθήσουν σὲ κάθε της ἀνάγκη.

Τὸ δεύτερο βράδυ ὁ ἄπειρος καὶ κατάκοπος νεαρὸς συνοδός της βγῆκε ἀπὸ τὸν θάλαμο νὰ ξεκουραστεῖ, μὰ ἄργησε πολὺ νὰ ἐπιστρέψει. Τότε ἡ κοπέλα, ἡ Ναταλία, ξέσπασε. Ἐκνευρίστηκε κι ἄρχισε νὰ μονολογεῖ μὲ ἀναφιλητά:

- Εἶμαι μόνη! Εἶμαι δυστυχισμένη! Δὲν μὲ νοιάζεται κανείς! Τί τὴν θέλω τέτοια ζωή; Φοβᾶμαι! Δὲν θέλω νὰ ζήσω! Καλύτερα νὰ πεθάνω! Δὲν μπορῶ νὰ ζήσω!

Κάποια στιγμὴ κουράστηκε καὶ ἡσύχασε ἀναστενάζοντας ποῦ καὶ ποῦ βαριά.

Ἡ ἀποκλειστικὴ νοσηλεύτρια τῆς Στέλλας πλησίασε προσεκτικὰ τὴν κοπέλα καὶ τῆς ἔπιασε τὸ χέρι. Ἡ κυρία Στέλλα, ποὺ τὴν ἄκουγε δακρυσμένη καὶ προσευχόταν, πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ τῆς εἶπε ἁπαλά:

- Ναταλία μου, εἶμαι μάνα καὶ πονάω μαζί σου. Δὲν ἀντέχω νὰ σὲ βλέπω νὰ ὑποφέρεις, παιδί μου. Κάνε λίγη ὑπομονή, σὲ παρακαλῶ. Θὰ περάσουν τὰ δύσκολα! Θέλεις νὰ μ’ ἀκούσεις; Μπορεῖς;

Ἡ Ναταλία αἰφνιδιασμένη κάρφωσε τὰ ὀργισμένα μάτια της στὴν ἄλλη ἄρρωστη καὶ περίμενε…

- Ἐσύ, Ναταλία μου, φαίνεσαι δυναμικὸς ἄνθρωπος. Καὶ ξέρεις… οἱ δυνατοὶ μὲ τὶς δυσκολίες γίνονται δυνατότεροι. Ἔχεις μέσα σου πολλὲς ἀνεξερεύνητες δυνάμεις. Ἀνακάλυψέ τες καὶ βγάλε ὠφέλεια ἀπὸ τὴ μεγάλη δυσκολία σου στὴν ὁποία βρίσκεσαι τώρα. Μὴν ἀφήνεις ἀνεκμετάλλευτη αὐτὴν τὴν εὐκαιρία. Μὴν ἀφήνεσαι, παιδί μου. Ἐσὺ θὰ βοηθήσεις τὸν ἑαυτό σου. Μπορεῖς!…

Ὅση ὥρα μιλοῦσε ἡ Στέλλα, ὁ θυμὸς ὑποχωροῦσε ἀπὸ τὴ Ναταλία καὶ ἠρεμοῦσε τὸ πρόσωπό της. Ζήτησε μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἀποκλειστικὴ νὰ τῆς ἀνασηκώσει τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ βλέπει καλύτερα τὴ Στέλλα. Καὶ ἡ Στέλλα, ξεθαρρεύοντας περισσότερο, συνέχισε:

- Ἂν δὲν σὲ κούρασα, παιδί μου, ἐπίτρεψέ μου νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἀκόμη. Δὲν εἶσαι μόνη! Οἱ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ νιώθουμε μόνοι, ἐκτὸς βέβαια ἐὰν ἐπιλέγουμε νὰ εἴμαστε μόνοι. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε Πατέρα τὸν πανάγαθο καὶ παντοδύναμο Θεό. Ἔχουμε Μητέρα γλυκύτατη τὴν Παναγία μας. Ζοῦμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης.

Τόσες καὶ τόσες θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις αὐτῆς τῆς ἀγάπης γίνονται γνωστὲς καθημερινὰ καὶ γεμίζουν φῶς καὶ ἐλπίδα τὸν κόσμο. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπεις, Ναταλία μου, πῆγα στὸν ἄλλο κόσμο καὶ γύρισα. Δὲν θὰ ζοῦσα τώρα. Ἡ ἀγάπη ὅμως τῆς Παναγίας, τὴν ὁποία παρακάλεσαν γιὰ μένα πολλοὶ γνωστοί μου, μὲ ἔσωσε. Οἱ ἄρρωστοι βλέπουν συνέχεια ἐδῶ στὸ Νοσοκομεῖο αὐτὸ τὴν Παναγία μας νὰ θαυματουργεῖ. Νὰ μιλᾶς καὶ σὺ μὲ τὴν Παναγία, νὰ τῆς λὲς ὅλα τὰ προβλήματά σου. Θὰ σ’ ἀκούει μὲ στοργή.

Ἡ Ναταλία τὴν ἄκουγε σιωπηλὴ μὲ ὀρθάνοιχτα μάτια. Ἕνας νέος ψυχικὸς κόσμος, ἄγνωστος ὣς τότε, γεννήθηκε μέσα της.

Τὸ πρωὶ μὲ τὸ ἐξιτήριο στὸ χέρι ὁ συνοδὸς τῆς Ναταλίας, χαρούμενος διότι ἔφευγαν καὶ προπάντων διότι τὴν ἔβλεπε ἤρεμη, στάθηκε μαζί της κι αὐτὸς δίπλα στὸ κρεβάτι τῆς κυρίας Στέλλας κι ἄκουγε τὴ Ναταλία:

- Ἀπόψε, κυρία Στέλλα, ἔζησα μαγικά! Ἀσχολήθηκες μαζί μου. Μοῦ εἶπες ὅτι ἔχω ἀξία καὶ δύναμη. Μοῦ ἔδειξες ἀγάπη. Μοῦ γνώρισες τὴν Παναγία. Ὅλη τὴ νύχτα μιλοῦσα μαζί της. Πρώτη μου φορὰ μίλησα στὴν Παναγία. Ξαλάφρωσα. Ξέρετε, δὲν ἔχουμε γονεῖς. Μεγαλώσαμε σὲ Ὀρφανοτροφεῖο. Δράμα ἡ ζωή. Ἐγὼ ποτέ μου δὲν πήγαινα στὴν ἐκκλησία. Τώρα βλέπω δρόμο μὲ φῶς. Τὴ νύχτα ἡ Ἀποκλειστικὴ μοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὸν καλὸ ἱερέα ποὺ ὑπάρχει ἐδῶ στὸ Νοσοκομεῖο καὶ μὲ παρακίνησε νὰ ἐξομολογηθῶ. Θὰ γίνει κι αὐτό, σᾶς τὸ ὑπόσχομαι. Τὸ τηλέφωνό μου τὸ ἔχει ἡ Ἀποκλειστική. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ ὅ,τι κάνατε γιὰ μένα, κυρία Στέλλα, πρόσθεσε δακρυσμένη.

- Εὐχαριστοῦμε πολύ, συμπλήρωσε σοβαρὰ κι ὁ νεαρὸς κι ἔφυγαν κι οἱ δυό τους ἤρεμοι.

Συγκινημένη ἡ κυρία Στέλλα μονολογεῖ στὴν ἡσυχία τοῦ θαλάμου της: «Ἂν ἔφευγα νωρίτερα, πάνσοφε Κύριε, δὲν θὰ ἔνιωθα τὴν ἀγαλλίαση ποὺ πλημμυρίζει τώρα τὴν καρδιά μου. Δοξασμένο τὸ ἅγιο ὄνομά Σου. Φώτισε καὶ ὁδήγησε στὸ δρόμο Σου κι αὐτὰ τὰ παιδιά Σου. Θὰ κάνω κι ἐγὼ γι’ αὐτὰ ὅ,τι μπορῶ γιὰ νὰ Σὲ γνωρίσουν καλύτερα. Ἀνοίγει ὡραῖος ἀγώνας ἐμπρός μου. Μὲ εὐχαριστεῖ πολὺ αὐτὸς ὁ ἱερὸς ἀγώνας γιὰ τὴν ψυχικὴ βοήθεια τῶν συνανθρώπων μου. Βοήθησέ με, Πανάγαθε καὶ Παντοδύναμε! Θέλω νὰ γνωρίσουν κι ἄλλοι τὴν ἀγάπη Σου!».

Friday, February 17, 2017

Η δύναμη της λειτουργικής προσευχής!


Κάποτε, ένας άρχοντας της τσαρικής αυλής, πήγε να συμβουλευτεί έναν περίφημο τότε για την αρετή του, ιερέα της Πετρούπολης.
- Πάτερ, πες μου, τι να κάμω; Έχω πολλούς εχθρούς. Με μισούν «ματαίως», χωρίς κανένα λόγο. Με συκοφαντούν στον Τσάρο. Κινδυνεύω να χάσω την δουλειά μου. Αν ο Τσάρος πεισθή και με απολύσει, που θα σταθώ; Πως θα ζήσω; Σας παρακαλώ, συμβουλέψετέ με. Τι να κάμω;

- Να προσεύχεσαι. Για όλους. Και περισσότερο για αυτούς που ξεσηκώθηκαν εναντίον σου. Και στο σπίτι. Αλλά και στην Εκκλησία, στην Θεία Λειτουργία. Έχει μεγάλη σημασία αυτό.
- Και τι θα βγει με αυτό, πάτερ; είπε πικραμένος.
- Θα το ιδείς. Τα «ψίχουλα», οι μαργαρίτες -οι μερίδες που βγάζει ο ιερέας στην προσκομιδή, όταν διαβάζει ονόματα- συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων ζώντων και κεκοιμημένων. Και κάποια στιγμή, αυτές τις μερίδες ο παπάς τις ρίχνει μέσα στο άγιο ποτήριο, με τα λόγια: «Απόπλυνε, Κυριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου, τω Αίματί Σου τω Αγίω». Δηλαδή παρακαλεί τον Χριστό να ξεπλύνει με το Αίμα Του τις ψυχές των ανθρώπων που μνημόνευσε.
Και πρόσθεσε:
- Γι αυτό, αν θέλεις, άκουσέ με. Γράψε τα ονόματα εκείνων που σε επιβουλεύονται σε ένα χαρτί και δώσε τα στον ιερέα, να τα μνημονεύει στη λειτουργία και θα το ιδείς!
Από τότε πέρασαν μια, δυό, τρεις εβδομάδες. Μετά από ένα μήνα, νάτος, πάλι στον παπά. Και πέφτοντας μπροστά στα πόδια του, εξομολογήθηκε:
- Θαύμα, πάτερ! Θαύμα! Θαύμα! Δεν θα το πιστέψετε! Έκανα αυτό που μου είπατε. Και, να! Αυτοί που μέχρι τώρα με μισούσαν, και ήθελαν το κακό μου, τώρα μου συμπεριφέρονται με τέτοιο σεβασμό, μου δείχνουν τέτοια αγάπη που δεν ξέρω, πως να το εξηγήσω. Το στόμα τους, που πρώτα ήταν όλο χολή, τώρα στάζει μέλι. Όπου και να σταθούν, μόνο καλές κουβέντες λένε για μένα!

Και ο σεβάσμιος γέροντας συμπέρανε:
- Είδες, λοιπόν! Σου το έλεγα. Άφησε το θέμα σου στο Θεό και θα το ιδείς. Τώρα το βλέπεις, ολοκάθαρα, πόσο ο Θεός φροντίζει για μας.
Παντοτε λοιπόν, και συ «εν ψαλτηρίω» να το ανοίγεις το κάθε σου πρόβλημα. Να προσεύχεσαι. Ιδιαίτερα για «τους εχθραίνοντάς σοι ματαίως» (Ψαλμ. 3,8), δηλαδή για εκείνους που, χωρίς κανένα λόγο, σε επιβουλεύονται. Και ο Θεός, θα τους κάνει φίλους σου.