Showing posts with label Θαύμα. Show all posts
Showing posts with label Θαύμα. Show all posts

Sunday, August 1, 2021

Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα... ( Άγιος Ιωάννης Μαξιμόβιτς )

Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά. Όταν ήρθαν και εκείνοι οι κομουνιστές πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και μετά στην Αμερική. Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. 

Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.


Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. 
Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα...
 
Άγιος Ιωάννης Μαξιμόβιτς

Monday, December 25, 2017

Θαύμα ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )

«Κάποτε ήλθαν στον άγιο Ιάκωβο δύο παιδιά από Αθήνα και είχαν μαζί τους μία κοπέλα, που ζούσε στην αμαρτία. Μόλις έφτασαν στην Μονή συνάντησαν τον Γέροντα, ο οποίος με πραότητα και γλυκιά και ήρεμη φωνή καλωσόρισε τα παιδιά. Και αυτά είπαν:

– Γέροντα, φέραμε μία κοπέλα και θέλει να σας δει, ζει στην αμαρτία, να της δείξετε αγάπη, γιατί την πήγαμε και σε άλλο Πνευματικό, αλλά τίποτε.

Ο Γέροντας ρωτά την κοπέλα:
-Πώς σας λένε και από πού είστε;
-Γέροντα, εγώ είμαι λεσβία και αμαρτωλή, είπε η κοπέλα.
-Αχ! Πόσο χαίρομαι, παιδί μου που είσαι από την Λέσβο, που έχει βγάλει αγίους, τον Άγιο Ραφαήλ, τον Άγιο Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη, χαίρομαι.

Η κοπέλα τα έχασε, “τί λέει τώρα;”, θα σκέφτηκε!
Ο Γέροντας της λέει: -Πάμε μέσα στον Άγιο Χαράλαμπο να εξομολογηθείς, να μου πεις για την πατρίδα σου την ωραία Λέσβο και ό,τι άλλο έχεις που σε στενοχωρεί.
»Πήγαν μέσα, εξομολογήθηκε η κοπέλλα και βγήκε άλλος άνθρωπος έξω:
“Αύτη η αλλοίωσις της Δεξιάς του Υψίστου”.

Ο Γέροντας της είπε:
-Δεν μισώ εσένα, παιδί μου, αλλά την αμαρτία».

Από το βιβλίο, «Ο Γέρων Ιάκωβος»

Saturday, April 29, 2017

Ένας πιλότος τής SUDAN AIR ευχαριστεί τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ - Συγκλονιστικό Θαύμα!



Ήταν ένα ανοιξιάτικο πρωινό στή μακρινή χώρα κάτω, στο Σουδάν. Στό αεροδρόμιο της πρωτεύουσας παρατηρείτο μια ασυνήθιστη κίνηση. Εκτός των κανονικών δρομολογίων, ανέμελα νιάτα, μαθητές, με τους εκδρομικούς σάκους των, είχαν γεμίσει τις αίθουσες του αερολιμένα.

Μια σχολική εκπαιδευτική, αεροπορική εκδρομή, είχε προγραμματιστεί για την ημέρα αυτή. Σχολικά τραγούδια και χαρούμενες φωνές έσπαγαν το μονότονο βουητό των αεροπλάνων, που απογειωνόταν και προσγειωνόταν εις τον αερολιμένα. Και ξάφνου τα μικρόφωνα ανήγγειλαν;..
.
«Οι εκδρομείς και οι κύριοι συνοδοί αυτών να επιβιβαστούν εις το σκάφος. Το σκάφος σε 5 λεπτά απογειώνεται». Ένας χείμαρρος από νέα παιδιά όρμισε στον αερολιμένα και κατευθύνθηκε προς το αεροσκάφος. Σέ τρία λεπτά όλα ήταν έτοιμα για την απογείωση.

Ο Κυβερνήτης, ένας αθλητικός νέος, πού δεν απείχε πολύ στην ηλικία από τους νέους επιβάτες του, αλλά αριστούχος και ίσως ο καλύτερος και ο πλέον δοκιμασμένος της Εταιρείας, τους καλωσόρισε στο σκάφος και τους υποσχέθηκε ένα ωραίο ταξίδι. Όλα ήταν έτοιμα.

Ο Κυβερνήτης έριξε μια -τυπική- τελευταία ματιά στά όργανα του σκάφους, δια του ασυρμάτου είπε ατό κέντρο το «Οκέϋ» καί έβαλε σε κίνηση τους κινητήρες. Το κέντρο του είπε τις τελευταίες πληροφορίες της μετεωρολογικής υπηρεσίας, πού ήταν πάρα πολύ καλές και του ευχήθηκε καλό ταξίδι.

Σέ δύο λεπτά το αεροπλάνο φιλούσε για τελευταία φορά τη γη και ορμούσε με δύναμη στους αιθέρες, σαν ένα μεγάλο αρπακτικό πουλί, για να καταβροχθίσει την απόσταση των 500 μιλίων πού τους χώριζε με το αεροδρόμιο του προορισμού τους.

Το αεροσκάφος είχε διανύσει περίπου τα 100 μίλια και όλα έδειχναν ότι συμβάλλουν εις ένα ωραίο αεροπορικό ταξίδι, μέσα σε ένα καταγάλανο ουρανό. Οι επιβάτες δε, χόρταιναν να απολαμβάνουν το ωραίο θέαμα πού τους προσέφερε το μεγάλο ύψος. Κάτω από τα πόδια τους ένας πελώριος ανάγλυφος χάρτης, ζωντανός, με χωριά, βουνά, ποταμούς και πεδιάδες απλωνόταν. Η αεροσυνοδός δεν έπαυε να τους ξεναγεί και να τους ενημερώνει συνεχώς.

Ο Κυβερνήτης έπαιρνε σειρά στο δικό του μικρόφωνο για να πιάσει συζήτηση με τους επιβάτες και να τους λέει τα μυστικά του αεροπλάνου και της τεχνικής του. Ήταν πράγματι ένα υπέροχο ταξίδι. Ο Κυβερνήτης άνοιξε τον ασύρματο και ζήτησε από το κέντρο το στίγμα του και τον καιρό. Αυτό με την σειρά του, του απάντησε και τον πληροφόρησε ότι μέχρι τέλους του ταξιδιού τους δεν προβλέπεται καμιά αλλαγή του καιρού. Έκλεισε τον ασύρματο και ζήτησε με το μικρόφωνο να μιλήσει με τους επιβάτες, όταν εμπρός του διέκρινε ένα κατάμαυρο σύννεφο. Έκλεισε το μικρόφωνο και έσφιξε το πηδάλιο να οδηγήσει το σκάφος κάτω από το σύννεφο και να μη χάσουν οι επιβάτες την οπτική επαφή τους με τη γη.

Ήταν κάτω από το σύννεφο όταν εμπρός του εμφανίστηκε δεύτερο, πλέον κατάμαυρο, με βροντές και αστραπές. Είχε πέσει σε καταιγίδα!

Έδωσε ύψος στο σκάφος για να ξεφύγει, το ρολόι έδειχνε 8.000 πόδια, η καταιγίδα όμως δεν σταματούσε. Έδωσε και άλλο ύψος. Το ρολόι έδειχνε 10.000 πόδια, το μάξιμουμ της αντοχής του αεροπλάνου του, οι επιβάτες άρχισαν να θορυβούνται.Η ορατότης ήταν μηδέν. Το χαλάζι κτυπούσε σαν σφαίρες στα παράθυρα του σκάφους. Οι κεραυνοί και οι αστραπές φώτιζαν μόνον τον ουρανό σαν εχθρικό πυροβολικό που προσπαθούσε να τους καταρρίψει. Η αεροσυνοδός προσπαθούσε με ψυχραιμία να τους καθησυχάσει.

Το σκάφος σαν παιχνιδάκι μέσα στην φοβερή αγκαλιά της καταιγίδας, άρχιζε να τρίζει και το ρολόι έδειχνε 12.000 πόδια. Ο Κυβερνήτης ψύχραιμος άρχισε να κατεβάζει το σκάφος χαμηλά. 8.000πόδια, 6,000 πόδια, 5.000 πόδια, 4.000 πόδια, 3.000 πόδια, 2.000 πόδια, η ίδια κατάστασις!

Στό φόβο μήπως προσκρούσει σε καμιά κορυφή βουνού, άρχισε πάλι να ανεβαίνει. Φτάνει στα 8.000 πόδια και ανοίγει τον ασύρματο να μάθει από τον πύργο ελέγχου το στίγμα του, πού βρίσκεται και να τους πληροφορήσει ότι έχει πέσει σε καταιγίδα, παρά τις καλές μετεωρολογικές ειδήσεις, αλλά διαπίστωσε ότι δεν λειτουργεί.

Άνοιξε αμέσως το ραδιόφωνο, η ίδια σιγή. Ένα κρύο χέρι έσφιξε την καρδιά του. Άνοιξε το χάρτη και προσπάθησε μόνος του να προσδιορίσει τη θέση του.

Μάταιος κόπος. Με την προσπάθεια να ξεφύγει από την καταιγίδα είχε χάσει τον προσανατολισμό του. Στά μάτια του συγκυβερνήτου του άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια του πανικού. Ο Κυβερνήτης διάβασε μέσα στα μάτια του βοηθού του την αγωνία καί πριν του μιλήσει έκαμε ακόμα μία προσπάθεια με τον ασύρματο και το ραδιόφωνο.

Μάταιος κόπος, η μεγάλη καταιγίδα παραδόξως τα είχε καταστρέψει! Προσπάθησε πάλι με τον χάρτη, το αυτό αποτέλεσμα.

Σέ παρόμοιες καταστάσεις, το θάρρος και η ψυχραιμία του Κυβερνήτου, φέρουν καλά αποτελέσματα. Γύρισε στον συγκυβερνήτη του που τον κοίταζε ακίνητος, μαρμαρωμένος καί του ζήτησε ψυχραιμία, διότι η κατάστασή τους είναι πολύ κρίσιμη και πρέπει να αποφευχθεί ο πανικός των επιβατών. Ο πανικός όμως δεν απείχε πολύ από τους επιβάτες. Η αεροσυνοδός μη ξέροντας απολύτως την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέβαλε κάθε φιλότιμη προσπάθεια να τους καθησυχάσει.

Πράγματι, η κατάσταση ήταν πάρα πολύ κρίσιμη. Ο κυβερνήτης, χωρίς προσανατολισμό, ασύρματο, ραδιόφωνο και στίγμα, μέσα στη φοβερή θύελλα που δεν είχε τέλος, δε μπορούσε να πιλοτάρει το σκάφος με σιγουριά. Άρχισε να κάμει κύκλους και να ανεβοκατεβαίνει, προσπαθώντας να βγει μέσα από την θύελλα. Το σκάφος τυφλά οδηγείτο από τον ψύχραιμο μέχρι στιγμής Κυβερνήτη.

Όμως οι ώρες περνούσαν, θα έπρεπε να είχαν προσγειωθεί προ δυόμισι ώρες περίπου και ακόμη βρισκόταν στα ύψη. Τα καύσιμα άρχισαν να λιγοστεύουν επικίνδυνα. Καμιά βοήθεια, κανένα φωτεινό σημείο. Οι επιβάτες γνωρίζοντας εκ των προτέρων το χρόνο πού εχρειάζετο το ταξίδι τους και βλέποντας ότι έχουν καθυστερήσει πάρα πολύ, ξέσπασαν σε κλάματα και υστερισμούς, Ακόμη και η αεροσυνοδός έχασε τον έλεγχό της και δεν μπορούσε να προσφέρει καμιά βοήθεια στους επιβάτες.

Μάταια ο κυβερνήτης προσπαθούσε με το μικρόφωνο να τονώσει το ηθικό τους. Ο συγκυβερνήτης, ένα ράκος, ανίκανος να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια. Μέσα στην αγωνία του ο κυβερνήτης ρίχνει την ματιά του στόν πίνακα των καυσίμων. Κρύος ιδρώτας τον περιέλουσε. Είχανε δεν είχανε ακόμη 20 λεπτά καύσιμα. Από την στιγμή αυτή άρχισε να κάμπτεται και αυτός. Του ήλθε να κλάψει! Κρατήθηκε. Σχεδόν ήτανε βέβαιος για την καταστροφή. Έβαλε τον αυτόματο πιλότο, έσκυψε πάνω στο πηδάλιο και αφέθηκε στο μοιραίο.

Σάν κινηματογραφική ταινία, στις τελευταίες αυτές στιγμές, περνούσαν από το μυαλό του όλα τα γεγονότα της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια. Σέ μια στιγμή ταράχτηκε. Μα βέβαια. Στήν οθόνη των σκέψεων του παρουσιάστηκε η Ελλάδα, η Μυτιλήνη, η Συκαμνιά. Ήταν Έλληνας και η μητέρα του κατάγεται από την Συκαμνιά της Μυτιλήνης, Θυμήθηκε που μικρός ήλθε στην γενέτειρα της μητέρας του, στήν Συκαμνιά, να γνωρίσει τη γιαγιά του, τους συγγενείς του. Θυμήθηκε ακόμη ότι η ευσεβής μητέρα του, του μιλούσε συνεχώς για τον θαυματουργό Ταξιάρχη Μιχαήλ του Μανταμάδου. Θυμήθηκε ότι μαζί της πήγε στον Μανταμάδο μικρός, για να προσκυνήσουν την θαυματουργό εικόνα του Ταξιάρχη.

Ένοιωσε το ρίγος που τότε ένοιωσε, όταν αντίκρισε την ανάγλυφη εικόνα του Αρχαγγέλου. Στ' αυτιά του, ζωηρά ακούγονται και τώρα τα λόγια, τότε, των γερόντων πού του έλεγαν: «ο Αράπης, παιδί μου, όταν τον καλέσεις με πίστη, (έτσι ακόμη και σήμερα λένε τον Ταξιάρχη, λόγω της μελανής εικόνας του), είναι πάντοτε κοντά σου, πρόθυμα να σε βοηθήσει, χειροπιαστά θαύματα έχουμε εμείς στους πολέμους».

Αναρίγησε! Αναθάρρησε! Πίστευσε πραγματικά στον Μεγαλόχαρο και σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, μέσα από την καρδιά του φώναξε με δύναμη «Ταξιάρχη μου, Αράπη μου, σώσε μας, σώσε μας και εγώ λαμπάδα ίση με το μπόϊ μου θα Σου ανάψω καί ολόχρυσο ομοίωμα του αεροπλάνου μας θα Σου κρεμάσω».

Την στιγμή αυτή, μέσα στό Γραφείο της Εκκλησίας των Ταξιαρχών, όπου μου αφηγείται τα περιστατικά ο Νικόλαος Χατζόγλου, ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, σηκώνεται όρθιος, κατακίτρινος και τρέμοντας κάνει τον σταυρό του. Ζει ακόμη μια φορά τα περιστατικά τα μοναδικά της ζωής του και με κόπο συνεχίζει:

«Τότε, εμπρός μου άνοιξαν τα κατάμαυρα σύννεφα και φάνηκε ο καταγάλανος ουρανός και όπως ανοίγει η αυλαία και φαίνεται το σκηνικό του θεάτρου, έτσι κάτω από τα πόδια μας, μέσα στον ήλιο λουσμένο φάνηκε το αεροδρόμιο του προορισμού μας. Έπιασα το πηδάλιο χαρούμενος και σε λίγο προσγειωνόμασταν ατό αεροδρόμιο. Έριξα μια ματιά στα καύσιμα και παρατήρησα ότι μας είχαν απομείνει ακόμη 5 λεπτά βενζίνη περίπου.

Με την πρώτη ευκαιρία πήρα την άδειά μου και σήμερα είμαι εδώ, Πάτερ μου, για να αποδώσω στον Άγιο, σωτήρα μας, την ευγνωμοσύνη και την λατρεία μας και να αποθέσω εμπρός Του με ευλάβεια το τάμα μου.

Στά χέρια του, που έτρεμαν, εμφανίστηκε ένα ολόχρυσο ομοίωμα αεροπλάνου. Ήταν το μεγάλο του τάμα. Τον κοίταξα με συγκίνηση. Στά δακρυσμένα μάτια του διέκρινες την ικανοποίηση πού νοιώθει κανείς όταν πραγματοποιεί μία μεγάλη του υποχρέωση. Ένιωσα τη γλώσσα μου βαριά για να μιλήσει. Τα μάτια μου να πονούν καθώς προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα. Αρκέσθηκα μόνον να ψελλίσω το:
"Εχων Σέ προστάτην και βοηθόν,
φύλακα καί ρύστην της ψυχής μου της ταπεινής,
Μιχαήλ Πρωτάρχα καί Μέγα Ταξιάρχα,
εν ώρα του κινδύνου, Σύ μοι βοήθησαν".

Από το βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου Ευστρατίου Δήσσου «Το ιστορικό και τα θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου»

Wednesday, March 1, 2017

«Με λένε Ραφαήλ…Θυμήσου, κάποια στιγμή θα με χρειαστείς!»


Με μεγάλη συγκίνηση αλλά και λαχτάρα, αξιώνομαι κι” εγώ, ύστερα από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, να μοιραστώ με όλους τους χριστιανούς αδελφούς μου, το Μέγα Θαύμα που έκανε και στη δική μου οικογένεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Από το γάμο μας έχουμε αποκτήσει τρεις γιούς. Ο τρίτος γιος μας, γεννήθηκε πρόωρα, τον Οκτώβριο του 1994, στις τριάντα εβδομάδες κύησης. Παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα σε θερμοκοιτίδα, παρόλ” αυτά, κατάφερε να ανταπεξέλθει και να μεγαλώσει σαν φυσιολογικό μωρό.

Εμείς χαιρόμασταν την οικογένειά μας και τίποτε δεν φαινόταν να σκιάζει την ευτυχία μας.
Όπως κάθε καλοκαίρι, έτσι και το καλοκαίρι του 1994 (πριν δεκαοχτώ χρόνια) περνούσαμε ξέγνοιαστα τις διακοπές μας στο σπίτι μας, στο νησί. Ένα μεσημέρι λοιπόν, αφού ξεφύλλισα ένα εβδομαδιαίο περιοδικό και έλυσα γρίφους και σταυρόλεξα, αποκοιμήθηκα. Τότε είδα ένα παράξενο όνειρο: Έναν καλόγερο με γκρι σκούρα ράσα, με μυτερή καλοσχηματισμένη γενειάδα, μετρίου αναστήματος, να στέκεται όρθιος ανάμεσα σε αραιή βλάστηση και χαμηλά δεντράκια. «Με λένε Ραφαήλ» μου είπε και δείχνοντάς μου με το χέρι του μια βραχώδη σπηλιά στο πλάι του, συνέχισε «Εδώ είναι το σπίτι μου. Θυμήσου, κάποια στιγμή θα με χρειαστείς. Να θυμάσαι το Όνομά μου!». Ξύπνησα! «Ραφαήλ;» αναρωτήθηκα. Δεν ξέρω κανέναν Άγιο ονόματι Ραφαήλ. Μη θέλοντας να ξεχάσω το όνομά του, το σημείωσα στο περιοδικό που διάβαζα πριν αποκοιμηθώ. Ύστερα συνέχισα τον μεσημεριανό μου ύπνο, μην ξέροντας πόσο σπουδαίο ρόλο θα έπαιζε αυτό το όνειρο λίγες μέρες αργότερα. Όταν λοιπόν ξύπνησα, ρώτησα τη μητέρα μου, αν ήξερε κάποιον Άγιο με αυτό το όνομα. «Όχι» ήταν η απάντηση.

Οι μέρες πέρασαν και οι διακοπές τελείωσαν. Επιστρέψαμε στο σπίτι μας, στη Ν. Μάκρη. Όλα πήραν τον καθημερινό τους ρυθμό. Ώσπου μια μέρα, ξαφνικά ο μικρός μας γιος (ήταν τότε 9 μηνών) παίζοντας στο πάρκο του, έπεσε στο πλάι ανάμεσα στα παιχνίδια του. Έμοιαζε να πεθαίνει. Μελανιασμένος, μούσκεμα από τον ιδρώτα, ανοιγόκλεινε το στοματάκι του σαν το πουλάκι που αφήνει την τελευταία του πνοή. Αμέσως, το μετέφερα στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διέγνωσαν απώλεια αισθήσεων. Πιθανόν, είπαν, έβαλε κάποιο παιχνιδάκι στο στόμα του που του έφραξε για λίγο την αναπνοή. Τίποτε σπουδαίο. Έτσι επιστρέψαμε σπίτι. Όμως την ίδια ημέρα το ξανάπαθε για δεύτερη και τρίτη και τέταρτη φορά. Οπότε νοσηλεύτηκε για αρκετό χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο Παίδων. Οι γιατροί μετά από πολλές εξετάσεις, διέγνωσαν κάποιο πρόβλημα στον εγκέφαλο. Πρόβλημα που θα το ακολουθούσε για την υπόλοιπη ζωή του.

Πάνω, όμως, από την ιατρική διάγνωση και πέρα από την φαρμακευτική θεραπεία, στέκεται ψηλότερα η θρησκεία μας με όλους τους Αγίους της. Έτσι, λοιπόν, μέσα στη στενοχώρια μου και τη θλίψη μου, εκεί που νόμισα πως η ζωή μου μαύρισε και πως η χαρά από την οικογένειά μου χάθηκε για πάντα, άνοιξε η πόρτα του θαλάμου και μπήκε μέσα μια ηλικιωμένη γυναίκα που πουλούσε εικονίσματα Αγίων, για να ζήσει. Μέσα από τη μεγάλη τσάντα με τα εικονίσματα, επέλεξε τυχαία και μου πρότεινε ένα εικόνισμα. Ήταν αυτό του Αγίου Ραφαήλ. «Πάρε, παιδάκι μου, αυτή την εικονίτσα» μου είπε, «κι” ο Άγιος Ραφαήλ θα κάνει καλά το παιδάκι σου». Τότε θυμήθηκα το όνειρο που είχα δει. Την ίδια ημέρα πήρα κι” ένα τηλεφώνημα από παιδίατρο, συγγενικό πρόσωπο, ο οποίος μου είπε: «Εκεί που εμείς οι γιατροί σταματάμε, συνεχίζουν οι Άγιοι. Αύριο θα φύγει η πεθερά μου, θα πάει για ένα δικό μας τάμα στον Άγιο Ραφαήλ, στη Μυτιλήνη και θα ανάψει μια λαμπάδα και για το μωρό». Τότε κατάλαβα πως δεν ήμουνα μόνη και αβοήθητη όπως νόμιζα. Και πως το θαύμα δεν θα αργούσε να γίνει, καθώς ο Άγιος Ραφαήλ με τα δύο αυτά περιστατικά μου υπενθύμιζε το όνειρό μου και με οδηγούσε σε Εκείνον. Μέρα νύχτα, λοιπόν, παρακαλούσα τον Άγιο Ραφαήλ να γιατρέψει το παιδάκι μου «Άγιε μου Ραφαήλ, προσευχόμουν, βοήθησέ μας, μη μας αφήνεις αβοήθητους να σηκώσουμε τέτοιο Σταυρό». Ύστερα σκεπτόμουν ότι τα βάσανα είναι για όλους τους ανθρώπους … «Εσύ ξέρεις, Άγιε Ραφαήλ, εσύ θα μας οδηγήσεις. Αν νομίζεις πως αυτό είναι το θέλημα του Θεού μας, κάνε μας να νοιώσουμε ελαφρύτερο το Σταυρό μας».

Οι ημέρες περνούσαν. Οι γιατροί είχαν βγάλει το συμπέρασμά τους. Οι κρίσεις του παιδιού έμοιαζαν επιληπτικές. Η φαρμακευτική αγωγή που δόθηκε στο παιδί, ήταν αγωγή για επιληψία. Όμως, ο Άγιος Ραφαήλ είχε κάνει το θαύμα Του, διότι στο κέντρο επιληψίας οι νέες εξετάσεις που έγιναν στον εγκέφαλο του μωρού δεν έδειξαν καμία απολύτως βλάβη.

Τις επόμενες ημέρες επισκεφθήκαμε την Παναγία της Τήνου, προκειμένου να ανάψουμε μια λαμπάδα για την υγεία του παιδιού και να την ευχαριστήσουμε για το μεγάλο δώρο που μας είχε χαρίσει με τη Μεσιτεία Της. Στο δρόμο, λοιπόν, προς την Χάρη Της, μας πλησίασε ένα μικρό αγοράκι. «Κυρία» μου είπε, «ξέρετε πως με λένε;». «Πώς σε λένε αγοράκι μου;» αποκρίθηκα. «Ραφαήλ, κυρία» μου είπε και χάθηκε μέσα στον κόσμο. Χάθηκε ανάμεσα στον κόσμο; Ή εξαφανίστηκε σαν άγγελος;(!) Αυτό δεν μπόρεσα να το καταλάβω. Όμως, για μένα εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε σαν άγγελος Κυρίου που μου έλεγε «Ο Άγιος Ραφαήλ είναι που έσωσε το παιδί σου, Εκείνον πρέπει να ευχαριστήσεις». Και πράγματι, ο Άγιος Ραφαήλ μας έκανε μεγάλο θαύμα. Οι μήνες πέρασαν και όλες οι ιατρικές εξετάσεις απέκλιναν όλο και περισσότερο από τις πρώτες και τελικά το παιδί μεγάλωσε χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα υγείας.

Εμείς ευχαριστούσαμε τον Άγιο Ραφαήλ που μας το χάρισε γερό και σιδερένιο. Και όλα αυτά τα χρόνια επισκεπτόμαστε κάθε εκκλησία που φιλοξενούσε Ιερά Λείψανα του Αγίου για προσκύνημα. Πέρασαν έτσι δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Κάποια ημέρα προσέξαμε στο δρόμο μια αφίσα που καλούσε τους πιστούς για την Εορτή του Αγίου Ραφαήλ, στο Άνω Σούλι του Μαραθώνα. Που να φανταζόμασταν πως ο Άγιος που είχε φέρει ξανά τη χαρά στο σπίτι μας βρισκόταν όλα αυτά τα χρόνια τόσο κοντά μας. Η μεγαλύτερη όμως έκπληξή μου ήταν πως επισκεπτόμενη για πρώτη φορά τη Μονή του Αγίου Ραφαήλ στο Άνω Σούλι, ανακάλυψα ότι το σημείο που είναι χτισμένη είναι ακριβώς το ίδιο σημείο που μου είχε υποδείξει ο Άγιος Ραφαήλ στον ύπνο μου, πριν από δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, λέγοντάς μου ότι «εδώ είναι το σπίτι μου». Επισκεπτόμουν για πρώτη φορά τη Μονή, αλλά ήταν σαν να την ήξερα χρόνια.

Ας είναι δοξασμένο το Όνομά Του, που με αξίωσε ύστερα από τόσα χρόνια να βρω και να βρεθώ στο «σπίτι του», και να προσκυνώ την Χάρη Του! Ας έχει όλο τον κόσμο στη Σκέπη Του!