Saturday, April 21, 2018
Tuesday, April 17, 2018
Έχεις όσα λένε οι μακαρισμοί του Χριστού; ( Άγιος Συμεών Νέος Θεολόγος )
Ο Χριστός και Θεός μας φωνάζει καθημερινά ολοκάθαρα διά του ευαγγελίου του, «μακάριοι είναι οι πτωχοί στο φρόνημα, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών».
Ακούγοντας λοιπόν εμείς αυτό οφείλουμε να προσέχουμε και να εξετάζουμε με ακρίβεια τους εαυτούς μας, αν είμαστε πραγματικά τέτοιοι πτωχοί, ώστε να είναι και δική μας η βασιλεία των ουρανών τόσο, ώστε να έχουμε με συναίσθηση της ψυχής σίγουρη την κτήση αυτής και τόσο να κατέχουμε τον πλούτο της, ώστε να αισθανόμαστε αδίστακτα ότι υπάρχουμε μέσα σ’ αυτήν και να ευφραινόμαστε εντρυφώντας με τα εκεί καλά. Διότι ο Κύριος είπε ότι αυτή βρίσκεται μέσα μας.
Σημεία και απόδειξη ότι αυτή βρίσκεται μέσα σε κάποιον, είναι ότι αυτός δεν επιθυμεί κανένα από τα ορώμενα και φθειρόμενα, εννοώ δηλαδή τα πράγματα και τα τερπνά του κόσμου αυτού, ούτε πλούτο, ούτε δόξα, ούτε τρυφή, ούτε άλλη βιωτική ή σωματική απόλαυση, αλλά τόσο απέχει από όλα αυτά και με τόση αηδία διάκειται προς αυτά κατά τη ψυχή και προαίρεση, με όση διάκεινται εκείνοι που διαπρέπουν στην εξουσία και τη βασιλική τιμή προς εκείνους που ζουν επάνω σε πορνική σκηνή, και όσο αποστρέφονται τη δυσωδία και το βόρβορο όσοι φορούν καθαρά ρούχα και είναι αλειμμένοι με ευωδιαστό μύρο.
Διότι εκείνος που περιστρέφεται γύρω από ένα πράγμα αυτών των ορωμένων ούτε είδε τη βασιλεία εκείνη των ουρανών ούτε οσφράνθηκε ούτε γεύθηκε την ευφροσύνη και γλυκύτητά της.
Και πάλι λέγει· «μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν». Ας δούμε λοιπόν πάλι και ας εξετάσουμε τους εαυτούς μας, αν έχουμε μέσα μας το πένθος, και τι εννοεί με την παρηγορία που ακολουθεί το πένθος. Πρώτα είπε ότι οι πτωχοί στο πνεύμα είναι μακάριοι, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών.
Και πάλι λέγει· «μακάριοι είναι εκείνοι που πενθούν, διότι αυτοί θα παρηγορηθούν». Ας δούμε λοιπόν πάλι και ας εξετάσουμε τους εαυτούς μας, αν έχουμε μέσα μας το πένθος, και τι εννοεί με την παρηγορία που ακολουθεί το πένθος. Πρώτα είπε ότι οι πτωχοί στο πνεύμα είναι μακάριοι, διότι δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών.
Οι πτωχοί όμως στο πνεύμα, όπως είπαμε, δεν έχουν καμμιά συμπάθεια προς τα παρόντα ούτε προσκολλούν προς αυτά με εμπάθεια τον λογισμό, έστω και γι’ απλή ευχαρίστηση. Πώς λοιπόν θα πενθήσει και γιατί αυτός που σιχάθηκε όλον τον κόσμο κι’ απομακρύνθηκε από αυτόν ως προς τη διάθεση του λογισμού περισσότερο, από όσο τον προσεγγίζει κατά το σώμα;
Αυτός που δεν έχει την επιθυμία σε κάτι από τα ορώμενα για ποιό πράγμα άραγε θα λυπηθεί ή θα χαρεί, και πώς θα πενθήσει εκείνος που έχει την βασιλεία των ουρανών και ευφραίνεται μέσα σ’ αυτήν καθημερινά; Διότι είπε ότι εκείνοι που πενθούν δέχονται την παράκληση. Αλλά προσέχετε, παρακαλώ, τα λεγόμενα και θα αντιληφθείτε το νόημα και τον σκοπό του λεγομένου.
Ο πιστός άνθρωπος, που προσέχει πάντοτε με ακρίβεια τις εντολές του Θεού, όταν εκτελέσει όλα τα οριζόμενα από τις θείες εντολές και ανεβάσει τη διάνοιά του προς το ύψος αυτών, δηλαδή προς την άψογη διαγωγή και καθαρότητα, τότε εξετάζοντας τα μέτρα του, θα βρει ότι είναι ασθενής και ανίκανος να φθάσει στο ύψος εκείνο των εντολών, θα βρει ότι είναι πολύ πτωχός, δηλαδή ανάξιος να υποδεχθεί τον Θεό, να του αποδώσει ευχαριστία και να τον δοξολογήσει, διότι δεν απέκτησε ακόμη κανένα δικό του αγαθό.
Αυτός που με συναίσθηση ψυχής σκέπτεται αυτά για τον εαυτό του θα πενθήσει οπωσδήποτε με το μακαριότατο πραγματικά πένθος, το οποίο και την παρηγορία δέχεται και πραεία καθιστά τη ψυχή.
Η προκαλούμενη δηλαδή από το πένθος παρηγοριά είναι αρραβώνας της βασιλείας των ουρανών. Διότι η πίστη, κατά τον απόστολο, είναι υπόσταση ελπιζομένων πραγμάτων, παρηγορία είναι η γινομένη από την έλλαμψη του Πνεύματος επιδημία του Θεού στις ψυχές που πενθούν, που τις βραβεύει για την ταπεινοφροσύνη τους, η οποία ονομάζεται και σπόρος και τάλαντο.
Αυτή, αυξανόμενη και πολλαπλασιαζόμενη στις ψυχές των αγωνιστών καρποφορεί για τον Θεό κατά τριάντα και εξήντα και εκατό, καρπό άγιο των χαρισμάτων του Πνεύματος. Διότι, όπου υπάρχει αληθινή ταπείνωση, εκεί υπάρχει και βυθός ταπεινοφροσύνης· και όπου υπάρχει ταπεινοφροσύνη, εκεί υπάρχουν και ελλάμψεις του Πνεύματος.
Και όπου υπάρχουν οι ελλάμψεις του Πνεύματος, εκεί υπάρχει φωτοχυσία Θεού και Θεός με σοφία και γνώση των μυστηρίων του. Όπου πάλι υπάρχουν αυτά, εκεί υπάρχει βασιλεία ουρανών και επίγνωση βασιλείας και οι κρυμμένοι θησαυροί της γνώσεως του Θεού, μεταξύ των οποίων είναι η φανέρωση της πνευματικής πτωχείας.
Όπου τέλος υπάρχει αίσθηση πνευματικής πτωχείας, εκεί υπάρχει και το χαρμόσυνο πένθος, εκεί και τα αδιάκοπα χυνόμενα δάκρυα, που καθαρίζουν τη ψυχή που τ’ αγαπά και την καθιστούν τελείως φωτεινότατη.
Μ’ αυτά λοιπόν ανυψούμενη η ψυχή και αναγνωρίζοντας τον Δεσπότη της, αρχίζει να καρποφορεί με ζήλο τις άλλες αρετές για τον εαυτό της και τον Χριστό. Και εύλογα. Διότι, ποτιζόμενη πάντοτε και λιπαινόμενη με τα δάκρυα και σβήνοντας τελείως το θυμοειδές της γίνεται ολόκληρη πραεία και ακίνητη εντελώς προς την οργή, και επιθυμεί και ορέγεται, καθώς πεινά και διψά συγχρόνως, να μάθει τα δικαιώματα του Θεού.
Έτσι γίνεται και ελεήμων και συμπαθής, ώστε με όλα αυτά να καθίσταται καθαρή η καρδιά της, και αυτή να φθάνει σε οπτασία του Θεού και να βλέπει καθαρά τη δόξα του σύμφωνα με την υπόσχεση.
Αυτοί λοιπόν που έχουν τέτοιες τις ψυχές τους είναι πραγματικά ειρηνοποιοί και ονομάζονται υιοί του Υψίστου, οι οποίοι και γνωρίζουν καθαρά τον Πατέρα και Δεσπότη τους, και τον αγαπούν με όλη τη ψυχή τους, υπομένοντας γι’ αυτόν κάθε πόνο και κάθε θλίψη, υβριζόμενοι, περιπαιζόμενοι, στενοχωρούμενοι για χάρη της δικαίας εντολής του, την οποία μας παρήγγειλε να φυλάσσουμε, και ονειδιζόμενοι και διωκόμενοι, υπομένουν με χαρά κάθε πονηρό λόγο εκφερόμενο εναντίον τους ψευδώς χάριν του ονόματός του, νοιώθοντας αγαλλίαση διότι γενικά αξιώθηκαν ν’ ατιμασθούν από ανθρώπους για την αγάπη του.
Μάθετε καλά, αδελφοί, το αληθινό εκτύπωμα της σφραγίδας του Χριστού. Αναγνωρίστε, οι πιστοί, τις ιδιότητες του χαρακτήρα της. Μια πραγματική σφραγίδα υπάρχει, η έλλαμψη του Πνεύματος, αν και πολλές είναι οι όψεις των ενεργειών της και πολλά τα γνωρίσματα των αρετών της, των οποίων πρώτο και αναγκαιότερο είναι η ταπείνωση ως αρχή και θεμέλιο, διότι, λέγει, «προς ποίον θα ρίψω τα μάτια μου, παρά προς εκείνον που είναι πράος και ήσυχος και τρέμει τους λόγους μου;»· δεύτερο είναι το πένθος και η πηγή των δακρύων, για τα οποία θέλω να πω πολλά, αλλά στερούμαι τα λόγια με τα οποία επιθυμώ να εκφράσω τα σχετικά με αυτά.
Πράγματι είναι θαύμα ανεκλάλητο, διότι τα δάκρυα που τρέχουν διά μέσου των αισθητών οφθαλμών εκπλύνουν νοερά την ψυχή από το βόρβορο των αμαρτημάτων και πέφτοντας στη γη φλέγουν και συντρίβουν τους δαίμονες και ελευθερώνουν τη ψυχή από τα αόρατα δεσμά της αμαρτίας.
Ω δάκρυα, τα οποία αναβλύζετε από την θεία έλλαμψη και διανοίγετε τον ίδιο τον ουρανό και μου προξενείτε θεία παρηγοριά. Διότι πάλι και πάλι, κυριευμένος από ηδονή και πόθο, λέγω τα ίδια. Όπου υπάρχει πλήθος δακρύων, αδελφοί, συνοδευόμενο από γνώση αληθινή, εκεί υπάρχει και απαύγασμα θείου φωτός.
Και όπου υπάρχει απαύγασμα φωτός, εκεί υπάρχει χορηγία όλων των καλών και η σφραγίδα του αγίου Πνεύματος φυτευμένη στην καρδιά, από το οποίο προέρχονται όλοι οι καρποί της ζωής· από εδώ καρποφορείτε για τον Χριστό πραότητα, ειρήνη, ελεημοσύνη, συμπάθεια, χρηστότητα, αγαθωσύνη, πίστη, εγκράτεια, από εδώ προέρχεται το ν’ αγαπά κανείς τους εχθρούς, και να εύχεται γι’ αυτούς, να χαίρεται κατά τους πειρασμούς και να υπερηφανεύεται στις θλίψεις, να θεωρεί δικά του τα ξένα πταίσματα και να κλαίει γι’ αυτά, το να προσφέρει τη ζωή του πρόθυμα σε θάνατο για τους αδελφούς του.
Ας προσέξουμε λοιπόν, αδελφοί, και ας εξετάσουμε με ακρίβεια τους εαυτούς μας και ας γνωρίσουμε τις ψυχές μας, αν υπάρχει μέσα μας αυτή η σφραγίδα. Ας γνωρίσουμε από τα αναφερθέντα σημεία, αν είναι μέσα μας ο Χριστός.
Ακούσατε, παρακαλώ, Χριστιανοί αδελφοί, και ανανήψατε και εξετάσατε αν έλαμψε στις καρδιές σας το φως, αν θεωρήσατε το μεγάλο φως της επιγνώσεως, αν σας επισκέφθηκε η ανατολή από ψηλά φωτίζοντας εκείνους που κάθονται στο σκότος και στη σκιά θανάτου και ας απευθύνουμε διαρκώς δοξολογία και ευχαριστία στον αγαθό Δεσπότη που μας τη δώρισε και ας αγωνισθούμε να θρέψουμε αφθονότερα το διά της εργασίας των εντολών μέσα μας θείο πυρ, διά του οποίου συνήθως το θείο φως φέγγει περισσότερο και λαμπρότερα.
Αν όμως δεν λάβαμε ακόμη τον Χριστό ή τη σφραγίδα του και δεν διακρίνουμε τα προαναφερθέντα σημεία μέσα μας, αλλά αντίθετα μάλλον ζει μέσα μας ο δόλιος κόσμος και εμείς ζούμε δυστυχώς σ’ αυτόν, νομίζοντας ότι τα πρόσκαιρα είναι κάτι σπουδαίο, και υποκύπτουμε στις θλίψεις και στενοχωρούμαστε για τις ζημίες και ευφραινόμαστε, αλλοίμονο πόση ζημία, αλλοίμονο ποιά άγνοια και σκότιση, αλλοίμονο πόση ταλαιπωρία και αναισθησία, από τα οποία κυριαρχούμαστε και από τα οποία αποσπόμαστε προς τα γήινα.
Είμαστε πραγματικά ελεεινοί και πανάθλιοι και ξένοι προς την αιώνια ζωή και τη βασιλεία των ουρανών, μη έχοντας αποκτήσει μέσα μας τον Χριστό, αλλ’ έχοντας μέσα μας τον κόσμο ζωντανό, αφού μέσα σ’ αυτόν ζούμε και τα γήινα σκεπτόμαστε.
Αυτός όμως που βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάσταση είναι πραγματικός εχθρός του Θεού· διότι το πάθος για τον κόσμο αποτελεί έχθρα για τον Θεό, όπως λέγει ο θείος απόστολος· «μην αγαπάτε τον κόσμο ούτε τα του κόσμου», διότι κανείς δεν μπορεί να δουλεύει στον Θεό και να ζει κατά τον κοσμικό άνθρωπο, επειδή όλα τα εγκόσμια είναι εμπόδια της αγάπης και ευαρεστήσεως προς τον Θεό.
Πραγματικά ποιος, που αγαπά τη δόξα και την τιμή από ανθρώπους, θα θεωρήσει ποτέ τον εαυτό του τελευταίο και ευτελέστερο όλων, και θα γίνει ταπεινός πνευματικά ή συντριμμένος στην καρδιά ή θα μπορέσει γενικά ποτέ να πενθήσει;
Ποιος, που αγαπά τον πλούτο και είναι κυριαρχημένος από φιλαργυρία και φιλοκτημοσυνη, θα γίνει ελεήμων και συμπαθής, και δεν θα είναι αγριότερος και σκληρότερος από κάθε θηρίο;
Ποιος που κυριαρχείται από κενοδοξία και κατέχεται από αλαζονεία, θ’ απαλλαγεί ποτέ από φθόνο και ζήλεια; Αυτός πάλι που κάμπτεται και από τα πάθη της σάρκας και κυλιέται στο βόρβορο των ηδονών, πότε θα γίνει καθαρός στην καρδιά ή πότε και πώς θα δει τον Θεό που τον δημιούργησε;
Πώς επίσης θα είναι ειρηνοποιός όποιος αποξένωσε τον εαυτό του από τον Θεό και δεν ακούει εκείνον που λέει, «πρεσβεύουμε υπέρ του Χριστού, αφού ο Θεός συμβουλεύει μέσω ημών συμφιλιωθείτε με τον Θεό»;
Διότι ο καθένας που με την παράβαση των εντολών ανθίσταται και πολεμά τον Θεό, αυτός, ακόμη και αν κάνει όλους να ειρηνεύουν μεταξύ τους, είναι εχθρός του Θεού, επειδή και αυτό που κάνει, συμφιλιώνοντας αυτούς μεταξύ τους, δεν το κάνει όπως αρέσει στον Θεό.
Διότι, αφού είναι αυτός πρώτος εχθρός του εαυτού του και του Θεού, γίνονται εχθροί του Θεού και όσοι ειρηνεύουν μέσω τέτοιων ανθρώπων.
Οπωσδήποτε δηλαδή ο εχθρικά διακείμενος προς κάποιον δεν γνωρίζει να συμβουλεύει σωστά άλλους τα πιστευτά και αρεστά στον εχθρό και να τους διδάσκει να εκτελούν τα θελήματα εκείνου, επειδή το γεγονός και μόνο ότι ζει αποχωρισμένος από αυτόν του γίνεται αιτία άγνοιας των επιθυμιών εκείνου, και όχι μόνο αυτό, αλλά επειδή διάκειται προς αυτόν με εμπάθεια και απέχθεια και έχει διαρκώς το μέλημα να βαδίζει ενάντια προς τα θελήματα εκείνου, δημιουργεί κάποια συνήθεια, ώστε, και αν κάποτε θελήσει αυτός να διδάξει άλλους τα τελούμενα προς λατρεία εκείνου, να μη μπορεί εύκολα.
(Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Κατηχητικός Λόγος Β΄, Ε.Π.Ε Φιλοκαλία των νηπτικών και Ασκητικών 19Γ΄, σ. 323-333)
pemptousia.gr
http://anavaseis.blogspot.ca
Saturday, April 14, 2018
ΟΙ 3 ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ( Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου )
ΟΙ 3 ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ
1) ΘΑΝΑΣΙΜΑ. 2) ΣΥΓΓΝΩΣΤΑ.
1) ΘΑΝΑΣΙΜΑ. 2) ΣΥΓΓΝΩΣΤΑ.
3) ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ.
1) Θανάσιμα εἶναι τὰ προαιρετικά ἐκείνα ἁμαρτήματα, ὄπου φθεῖρουν, ἢ τὴν πρὸς Θεὸν ἀγάπην μόνην, ἢ τὴν πρὸς τὸν πλησίον ὁμοῦ καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἀποκατασταίνουν ἐκείνον ὄπου τὰ κάνει, ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον τῆς κολάσεως.
Ταύτα τὰ καθολικώτερα εἶναι : Ἡ ὑπερηφάνια, ἡ φιλαργυρία, ἡ πορνεία, ὁ φθόνος, ἡ γαστριμαργία, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ακηδία ἤτοι ἀμέλεια.
Τῆς μὲν ὑπερηφανίας ἐνέργειαι καὶ ἀποτελέσματα εἶναι ταύτα : Κενοδοξία, καύχησις, οἴησις, φιλοτιμία, ἀνυποταξία, καταγέλασις, ὑπόκρισις, τὸ πεῖσμα καὶ ἄλλα. Τῆς δὲ φιλαργυρίας ταῦτα : Πλεονεξία, ἀνελεημοσύνη, σκληρότης τῆς καρδίας, κλεψιά, ἀρπαγή, ψεύδος, ἀδικία, δολιότης, ἐπιορκία, σιμωνία, ἰεροσυλία, ἀπιστία, καὶ τὸ διάφορον τῶν ἄσπρων. Τῆς πορνεῖας ταύτα : Μοιχεία, ἀρσενοκοιτία, κτηνοβατία, αἰμομιξία, παιδοφθορία, παρθενοφθορία, συγκυλισμός, μαλακία, ἀναίδεια, τύφλωσις τοῦ νοός καὶ ἀθεοφοβία. Τοῦ φθόνου ταύτα : Ἐπιβουλή, ἔχθρα, χαιρεκακία, φιλονεικία, καταλαλιά, ἀπάτη, προδοσία, φόνος, ἀχαριστία, λύπη ἐπὶ τοῖς καλοῖς τοῦ φθόνουμένου. Τῆς γαστρίμαργίας ταύτα : Λαιμαργία, μέθη, ἀσωτεία, καρηβαρία, λαγνεία, ἀκηδία καὶ ἄλλα. Τοῦ θυμοῦ ταύτα : Βλασφημία, μίσος, μνησικακία, φιλονεικία, ἐπιορκία, κατάρα, ὔβρις, μάχη, διαπληκτισμός καὶ φόνος. Τῆς ἀκηδίας ταύτα : Μικροψυχία, θηλυπρέπεια, λύπη καὶ ἀγανάκτησις διὰ τὸ καλό ποὺ ἔχει νὰ κάνει, προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπόγνωσις, ἀπιστία καὶ νοθρώτης καὶ ἔλειψις τῶν καλῶν ὄπου ἐδύνατο νὰ πράξει. Σημείωσε δέ καὶ τούτο, ὅτι τὰ θανάσιμα ταύτα νοούνται ὡσάν πάθη τινὰ καὶ ἔξεις ἐριζωμέναι εἰς τὴν ψυχήν, ἀφ’ ὥν βλαστάνουν τὰ ἀνωτέρω ἀποτελέσματα. Καὶ ὅτι, ἄλλα ἐξ, αὐτῶν εἶναι μεγαλύτερα, καὶ ἄλλα μικρότερα· ἄλλα εἶναι αἴτια τῶν ἄλλων, καὶ ἄλλα αἰτιατά, ὡς εἶδες, ὅτι ἀπὸ τὴν γαστριμαργία γεννάται ἡ λαγνεία, καὶ ἡ ἀκηδία· καὶ ὅτι ἄλλα ἐξ αὐτῶν γεννοῦν διάφορα ἀποτελέσματα, καὶ ἄλλα γεννοῦν τὰ αὐτά, καθῶς ὁ φθόνος καὶ ὁ θυμὸς γεννοῦν τὸν φόνο καὶ τὴν φιλονεικία. (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.15)
2) Συγγνωστὰ δὲ εἶναι ἐκείνα τὰ προαιρετικά ἁμαρτήματα, ὅπου δὲν φθεῖρουν τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην, μηδὲ κατασταίνουν τὸν ἄνθρωπον ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον, εἰς τὰ ὁποία εἶναι ὑποκείμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ ἀδελφοθέου ''Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἄπαντες'' ( Ἰάκ-3,2). Καὶ τὸ τοῦ Ἰωάννου «Ἐὰν εἴπωμεν, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἐαυτοὺς πλανώμεν» (Α΄-Ἰωάν. 1,8) καὶ κατὰ τὸν ρκέ, ρκστ', ρκζ', κανόνα τῆς ἐν Καθαργενή. Ταύτα δέ εἶναι κατὰ τὸν Κορέσιον καὶ τὸν Χρύσανθον, ὁ ἀργὸς λόγος, ἡ πρώτη κίνησις καὶ ταραχή τοῦ θυμοῦ, ἡ πρώτη κίνησις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ πρώτη κίνησις τοῦ μίσους, τὸ παιγνιώδες ψεύδος, ὁ κατὰ πάροδον φθόνος, ἤτοι ὁ κοινῶς λεγόμενος ζῆλος, ὅστις εἶναι λύπη μικρὰ διὰ τὰ καλὰ τοῦ πλησίον, καὶ τὰ ὅμοια. Συγγνωστὰ δὲ γίνονται τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα θανάσιμα ἀμαρτήματα, ὄταν ἔλθουν εἰς μόνην τὴν διάνοιαν καὶ τὸν λόγον· δηλ. ἡ θανάσιμος πορνεία, ὅταν συλληφθή ἐν τῆ ἐπιθυμία καὶ διανοία ἢ καὶ λαληθεῖ δι’ αἰσχρολογίας εἶναι συγγνωστή· διὸ καὶ ὁ Ἀδελφόθεος εἶπεν ''Η ἐπιθυμία συλλαβούσα, τίκτει ἁμαρτίαν, (συγγνωστὴν δηλαδὴ) ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθείσα (διὰ τοῦ σῶματος καὶ τοῦ ἔργου) ἀποκυεῖ θάνατον''. Ὁμοίως καὶ ἡ τῷ λόγῳ ἀνήκουσα θανάσιμος ἐὰν γίνει μόνον μὲ τὸν νοῦν, εἶναι συγγνωστὴ· δηλ. ἡ θανάσιμος βλασφημία, ὅταν γίνεται ἐν μόνω τὸ νοῒ ἁκουσίως, εἶναι συγγνωστή. Καὶ ἀπλῶς εἰπεῖν, τὰ γινόμενα θανάσιμα εἰς τὰ κατώτερα καὶ χονδρότερα μέρη, ὅταν γίνονται εἰς τὰ ἀνώτερα καὶ λεπτότερα μέρη, εἶναι συγγνωστά. (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.17)
3)Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως ὁνομάζονται ἐκεῖνα τὰ καλὰ ἔργα, ἢ λόγια, ἢ νοήματα, ὅπου ἐδύνατο τινὰς νὰ κάνει ἢ νὰ νοήσει, ὅμως ἀμέλησε καὶ δὲν τὰ ἔκανε, οὕτε τὰ εἶπε, οὕτε τὰ ἐννόησε. Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως λέγονται, καὶ ὅσα κακὰ ἐδύναντο καὶ εἴχαν τὸν τρόπον νὰ ἐμποδίσουν τινές, λόγω, ἢ ἔργω, καὶ δὲν τὰ ἐμπόδισαν· διὰ τούτο καὶ ἐπιτιμώνται παρομοίως μὲ ἐκείνους, ὅπου τὰ κάνουν, κατὰ τὸν κέ. Κανόνα τῆς ἐν Ἁγκύρα, τὸν οά. Κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου, καὶ τὸν κέ. Κανόνα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ. Ἡξεύρω πολὺ καλά, ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ταύτα τῆς ἐλλείψεως, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ γνωρίζουν πῶς εἶναι ὅλως ἁμαρτήματα· διότι ὁλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ὅπου στοχάζονται διὰ ἁμαρτίαν ἄν δὲν ἔκαμαν τὴν τάδε ἐλεημοσύνη, ὅπου ἐδύναντο νὰ δώσουν εἰς τὸν πλησίον, ἢ νὰ κάνουν τὴν τόσην προσευχήν, ἡ ἄλλην ἀρετήν. Ἀλλ' ὅμως καὶ τούτο ἡξεύρω καλώτατα, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ διὰ αὐτὰ ἔχει νὰ ζητήσει λογαρια-σμὸν ἐν ἡμέρα κρίσεως. Ποιὸς μᾶς βεβαιώνει; Τὸ παράδειγμα τοῦ ὁκνηροῦ ἐκεῖνου δούλου, ὅπου εἴχε τὸ ἔνα τάλαντον, καὶ τὸ ἔχωσεν εἰς τὴν γῆ, ὁ ὁποίος κατεδικάσθει, ὅχι διατὶ ἔκαμε καμμίαν ἁμαρτίαν, ἢ ἀδικίαν εἰς τοῦτο· ἀλλ' ὅτι δυνάμενος νὰ τὸ αὐξήσει, ἀμέλησε καὶ δὲν τὸ αὔξησεν. Μᾶς βεβαιώνει καὶ τὸ παράδειγμα τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, αἱ ὀποίαι κατεκρίθησαν ὅχι δι' ἄλλο, ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐλαίου. Καὶ ἡ παράστασις τῶν ἐξ ἀριστερῶν ἐστῶτων ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποίοι ἔχουν νὰ κατακριθοῦν, ὅχι διατὶ ἕκαμαν καμμία ἁμαρτία, ἀλλὰ διατὶ ἔλειψαν καὶ δὲν ἡλέησαν τὸν ἀδελφὸν τους «Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν'' (Ματθ-25,42) (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου σελ. 19)
Ταύτα τὰ καθολικώτερα εἶναι : Ἡ ὑπερηφάνια, ἡ φιλαργυρία, ἡ πορνεία, ὁ φθόνος, ἡ γαστριμαργία, ὁ θυμὸς καὶ ἡ ακηδία ἤτοι ἀμέλεια.
Τῆς μὲν ὑπερηφανίας ἐνέργειαι καὶ ἀποτελέσματα εἶναι ταύτα : Κενοδοξία, καύχησις, οἴησις, φιλοτιμία, ἀνυποταξία, καταγέλασις, ὑπόκρισις, τὸ πεῖσμα καὶ ἄλλα. Τῆς δὲ φιλαργυρίας ταῦτα : Πλεονεξία, ἀνελεημοσύνη, σκληρότης τῆς καρδίας, κλεψιά, ἀρπαγή, ψεύδος, ἀδικία, δολιότης, ἐπιορκία, σιμωνία, ἰεροσυλία, ἀπιστία, καὶ τὸ διάφορον τῶν ἄσπρων. Τῆς πορνεῖας ταύτα : Μοιχεία, ἀρσενοκοιτία, κτηνοβατία, αἰμομιξία, παιδοφθορία, παρθενοφθορία, συγκυλισμός, μαλακία, ἀναίδεια, τύφλωσις τοῦ νοός καὶ ἀθεοφοβία. Τοῦ φθόνου ταύτα : Ἐπιβουλή, ἔχθρα, χαιρεκακία, φιλονεικία, καταλαλιά, ἀπάτη, προδοσία, φόνος, ἀχαριστία, λύπη ἐπὶ τοῖς καλοῖς τοῦ φθόνουμένου. Τῆς γαστρίμαργίας ταύτα : Λαιμαργία, μέθη, ἀσωτεία, καρηβαρία, λαγνεία, ἀκηδία καὶ ἄλλα. Τοῦ θυμοῦ ταύτα : Βλασφημία, μίσος, μνησικακία, φιλονεικία, ἐπιορκία, κατάρα, ὔβρις, μάχη, διαπληκτισμός καὶ φόνος. Τῆς ἀκηδίας ταύτα : Μικροψυχία, θηλυπρέπεια, λύπη καὶ ἀγανάκτησις διὰ τὸ καλό ποὺ ἔχει νὰ κάνει, προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπόγνωσις, ἀπιστία καὶ νοθρώτης καὶ ἔλειψις τῶν καλῶν ὄπου ἐδύνατο νὰ πράξει. Σημείωσε δέ καὶ τούτο, ὅτι τὰ θανάσιμα ταύτα νοούνται ὡσάν πάθη τινὰ καὶ ἔξεις ἐριζωμέναι εἰς τὴν ψυχήν, ἀφ’ ὥν βλαστάνουν τὰ ἀνωτέρω ἀποτελέσματα. Καὶ ὅτι, ἄλλα ἐξ, αὐτῶν εἶναι μεγαλύτερα, καὶ ἄλλα μικρότερα· ἄλλα εἶναι αἴτια τῶν ἄλλων, καὶ ἄλλα αἰτιατά, ὡς εἶδες, ὅτι ἀπὸ τὴν γαστριμαργία γεννάται ἡ λαγνεία, καὶ ἡ ἀκηδία· καὶ ὅτι ἄλλα ἐξ αὐτῶν γεννοῦν διάφορα ἀποτελέσματα, καὶ ἄλλα γεννοῦν τὰ αὐτά, καθῶς ὁ φθόνος καὶ ὁ θυμὸς γεννοῦν τὸν φόνο καὶ τὴν φιλονεικία. (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.15)
2) Συγγνωστὰ δὲ εἶναι ἐκείνα τὰ προαιρετικά ἁμαρτήματα, ὅπου δὲν φθεῖρουν τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην, μηδὲ κατασταίνουν τὸν ἄνθρωπον ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον, εἰς τὰ ὁποία εἶναι ὑποκείμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ ἀδελφοθέου ''Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἄπαντες'' ( Ἰάκ-3,2). Καὶ τὸ τοῦ Ἰωάννου «Ἐὰν εἴπωμεν, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἐαυτοὺς πλανώμεν» (Α΄-Ἰωάν. 1,8) καὶ κατὰ τὸν ρκέ, ρκστ', ρκζ', κανόνα τῆς ἐν Καθαργενή. Ταύτα δέ εἶναι κατὰ τὸν Κορέσιον καὶ τὸν Χρύσανθον, ὁ ἀργὸς λόγος, ἡ πρώτη κίνησις καὶ ταραχή τοῦ θυμοῦ, ἡ πρώτη κίνησις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ πρώτη κίνησις τοῦ μίσους, τὸ παιγνιώδες ψεύδος, ὁ κατὰ πάροδον φθόνος, ἤτοι ὁ κοινῶς λεγόμενος ζῆλος, ὅστις εἶναι λύπη μικρὰ διὰ τὰ καλὰ τοῦ πλησίον, καὶ τὰ ὅμοια. Συγγνωστὰ δὲ γίνονται τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα θανάσιμα ἀμαρτήματα, ὄταν ἔλθουν εἰς μόνην τὴν διάνοιαν καὶ τὸν λόγον· δηλ. ἡ θανάσιμος πορνεία, ὅταν συλληφθή ἐν τῆ ἐπιθυμία καὶ διανοία ἢ καὶ λαληθεῖ δι’ αἰσχρολογίας εἶναι συγγνωστή· διὸ καὶ ὁ Ἀδελφόθεος εἶπεν ''Η ἐπιθυμία συλλαβούσα, τίκτει ἁμαρτίαν, (συγγνωστὴν δηλαδὴ) ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθείσα (διὰ τοῦ σῶματος καὶ τοῦ ἔργου) ἀποκυεῖ θάνατον''. Ὁμοίως καὶ ἡ τῷ λόγῳ ἀνήκουσα θανάσιμος ἐὰν γίνει μόνον μὲ τὸν νοῦν, εἶναι συγγνωστὴ· δηλ. ἡ θανάσιμος βλασφημία, ὅταν γίνεται ἐν μόνω τὸ νοῒ ἁκουσίως, εἶναι συγγνωστή. Καὶ ἀπλῶς εἰπεῖν, τὰ γινόμενα θανάσιμα εἰς τὰ κατώτερα καὶ χονδρότερα μέρη, ὅταν γίνονται εἰς τὰ ἀνώτερα καὶ λεπτότερα μέρη, εἶναι συγγνωστά. (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.17)
3)Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως ὁνομάζονται ἐκεῖνα τὰ καλὰ ἔργα, ἢ λόγια, ἢ νοήματα, ὅπου ἐδύνατο τινὰς νὰ κάνει ἢ νὰ νοήσει, ὅμως ἀμέλησε καὶ δὲν τὰ ἔκανε, οὕτε τὰ εἶπε, οὕτε τὰ ἐννόησε. Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως λέγονται, καὶ ὅσα κακὰ ἐδύναντο καὶ εἴχαν τὸν τρόπον νὰ ἐμποδίσουν τινές, λόγω, ἢ ἔργω, καὶ δὲν τὰ ἐμπόδισαν· διὰ τούτο καὶ ἐπιτιμώνται παρομοίως μὲ ἐκείνους, ὅπου τὰ κάνουν, κατὰ τὸν κέ. Κανόνα τῆς ἐν Ἁγκύρα, τὸν οά. Κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου, καὶ τὸν κέ. Κανόνα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ. Ἡξεύρω πολὺ καλά, ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ταύτα τῆς ἐλλείψεως, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ γνωρίζουν πῶς εἶναι ὅλως ἁμαρτήματα· διότι ὁλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ὅπου στοχάζονται διὰ ἁμαρτίαν ἄν δὲν ἔκαμαν τὴν τάδε ἐλεημοσύνη, ὅπου ἐδύναντο νὰ δώσουν εἰς τὸν πλησίον, ἢ νὰ κάνουν τὴν τόσην προσευχήν, ἡ ἄλλην ἀρετήν. Ἀλλ' ὅμως καὶ τούτο ἡξεύρω καλώτατα, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ διὰ αὐτὰ ἔχει νὰ ζητήσει λογαρια-σμὸν ἐν ἡμέρα κρίσεως. Ποιὸς μᾶς βεβαιώνει; Τὸ παράδειγμα τοῦ ὁκνηροῦ ἐκεῖνου δούλου, ὅπου εἴχε τὸ ἔνα τάλαντον, καὶ τὸ ἔχωσεν εἰς τὴν γῆ, ὁ ὁποίος κατεδικάσθει, ὅχι διατὶ ἔκαμε καμμίαν ἁμαρτίαν, ἢ ἀδικίαν εἰς τοῦτο· ἀλλ' ὅτι δυνάμενος νὰ τὸ αὐξήσει, ἀμέλησε καὶ δὲν τὸ αὔξησεν. Μᾶς βεβαιώνει καὶ τὸ παράδειγμα τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, αἱ ὀποίαι κατεκρίθησαν ὅχι δι' ἄλλο, ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐλαίου. Καὶ ἡ παράστασις τῶν ἐξ ἀριστερῶν ἐστῶτων ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποίοι ἔχουν νὰ κατακριθοῦν, ὅχι διατὶ ἕκαμαν καμμία ἁμαρτία, ἀλλὰ διατὶ ἔλειψαν καὶ δὲν ἡλέησαν τὸν ἀδελφὸν τους «Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν'' (Ματθ-25,42) (Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου σελ. 19)
Tuesday, April 10, 2018
Μπροστά στην ώρα του θανάτου… ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )
Πρόσφατα ρώτησα έναν υγιή ηλικιωμένο, τι θα ήθελε περισσότερο σ’ αυτό τον κόσμο από το Θεό. Βάζοντας το χέρι στο στήθος, μου απάντησε:
-Το θάνατο και μόνο το θάνατο!
-Και πιστεύεις στη ζωή μετά το θάνατο;
-Ακριβώς επειδή το πιστεύω, επιθυμώ όσο πιο σύντομα το θάνατο, είπε ο γέρων.
Οι άπιστοι τρέμουν το θάνατο, επειδή ισχυρίζονται ότι ο θάνατος είναι η πλήρης εξαφάνιση της ζωής. Πολλοί πιστοί πάλι, φοβούνται το θάνατο επειδή νομίζουν ότι δεν έχουν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις τους στον κόσμο αυτό, δεν έβαλαν τα παιδιά τους σε μια σειρά, ή δεν αποτελείωσαν αυτό που έχουν ξεκινήσει.
Ακόμη και κάποιοι άγιοι άνθρωποι, φοβήθηκαν κατά την ώρα του θανάτου. Όταν οι Άγγελοι κατέβηκαν για να παραλάβουν τον Όσιο Σισώη, εκείνος ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν να τον αφήσουν λίγο ακόμη σ’ αυτή τη ζωή για να μετανοήσει και να προετοιμαστεί για την άλλη ζωή.
Οι Άγιοι λοιπόν, δεν φοβόταν το θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά το θάνατο.
Δίχως την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος γίνεται σκοινί γύρω από το λαιμό με το οποίο ο θάνατος έλκει τους καταδίκους στο λαρύγγι του. Η ζωή για τον άπιστο, δεν είναι άλλο από τον άνεμο του θανάτου, άνεμο που φυσά και καταρρίπτει την πεθαμένη του στάχτη και την απονεκρώνει. Αν ο άπιστος σκεφτόταν λογικά μέχρι τέλους, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι η μόνη του πίστη, η μόνη αιώνια δύναμη! Ο Θάνατος είναι ο μοναδικός Θεός.
Για μας πάλι, τους χριστιανούς, ο θάνατος είναι η λήξη ενός σχολείου, το σήμα της απολύσεως μιας στρατιωτικής θητείας, η γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Ουσιαστικά, ο θάνατος καθαυτός, είναι γι’ αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό ένα τίποτα.
Εκείνος είπε στη Μάρθα: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται…» (Ιω.11, 25-26). Ποιον θα πιστέψουμε αν όχι το Χριστό; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστέψεις ούτε και όταν σου λένε το όνομά τους, πολύ λιγότερο όταν λένε: θα σε πληρώσω αύριο και ακόμα πιο λίγο όταν μιλούν για πράγματα βαθιά και υψηλά.
Εκτός από τον Υιό του Θεού, κανείς δε γνωρίζει τίποτα, ούτε για το θάνατο, ούτε και για εκείνο που μας περιμένει μετά το θάνατο. Εκείνος τα γνώριζε και μας τα φανέρωσε και τα έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Ά Κορ. 15,54), κατά το λόγο του Αποστόλου. Τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε απ’ αυτό που κατεπόθη από την ανάσταση του Χριστού; Δεν προσκολλάται ο φόβος του θανάτου πάνω σ’ εκείνους που είναι προσκολλημένοι στο Χριστό, τον Νικητή του θανάτου και Δωρεοδότη.
Όμως, παραμένει ένας φόβος συνειδητός και δικαιολογημένος. Είναι ο φόβος που ένοιωθαν ακόμα και οι ψυχές των Αγίων μπροστά στο θάνατο. Αυτό δεν είναι φόβος του θανάτου αλλά της μη προετοιμασίας για την αθάνατη ζωή, είναι φόβος εξαιτίας της ακαθαρσίας της ψυχής. Επειδή οι ακάθαρτοι δεν θα δουν το Θεό και την αληθινή ζωή στην Βασιλεία των Ουρανών.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
-Το θάνατο και μόνο το θάνατο!
-Και πιστεύεις στη ζωή μετά το θάνατο;
-Ακριβώς επειδή το πιστεύω, επιθυμώ όσο πιο σύντομα το θάνατο, είπε ο γέρων.
Οι άπιστοι τρέμουν το θάνατο, επειδή ισχυρίζονται ότι ο θάνατος είναι η πλήρης εξαφάνιση της ζωής. Πολλοί πιστοί πάλι, φοβούνται το θάνατο επειδή νομίζουν ότι δεν έχουν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις τους στον κόσμο αυτό, δεν έβαλαν τα παιδιά τους σε μια σειρά, ή δεν αποτελείωσαν αυτό που έχουν ξεκινήσει.
Ακόμη και κάποιοι άγιοι άνθρωποι, φοβήθηκαν κατά την ώρα του θανάτου. Όταν οι Άγγελοι κατέβηκαν για να παραλάβουν τον Όσιο Σισώη, εκείνος ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν να τον αφήσουν λίγο ακόμη σ’ αυτή τη ζωή για να μετανοήσει και να προετοιμαστεί για την άλλη ζωή.
Οι Άγιοι λοιπόν, δεν φοβόταν το θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά το θάνατο.
Δίχως την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος γίνεται σκοινί γύρω από το λαιμό με το οποίο ο θάνατος έλκει τους καταδίκους στο λαρύγγι του. Η ζωή για τον άπιστο, δεν είναι άλλο από τον άνεμο του θανάτου, άνεμο που φυσά και καταρρίπτει την πεθαμένη του στάχτη και την απονεκρώνει. Αν ο άπιστος σκεφτόταν λογικά μέχρι τέλους, θα έπρεπε να ομολογήσει ότι ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν ο θάνατος είναι η μόνη του πίστη, η μόνη αιώνια δύναμη! Ο Θάνατος είναι ο μοναδικός Θεός.
Για μας πάλι, τους χριστιανούς, ο θάνατος είναι η λήξη ενός σχολείου, το σήμα της απολύσεως μιας στρατιωτικής θητείας, η γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Ουσιαστικά, ο θάνατος καθαυτός, είναι γι’ αυτούς που πιστεύουν στο Χριστό ένα τίποτα.
Εκείνος είπε στη Μάρθα: «εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται…» (Ιω.11, 25-26). Ποιον θα πιστέψουμε αν όχι το Χριστό; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστέψεις ούτε και όταν σου λένε το όνομά τους, πολύ λιγότερο όταν λένε: θα σε πληρώσω αύριο και ακόμα πιο λίγο όταν μιλούν για πράγματα βαθιά και υψηλά.
Εκτός από τον Υιό του Θεού, κανείς δε γνωρίζει τίποτα, ούτε για το θάνατο, ούτε και για εκείνο που μας περιμένει μετά το θάνατο. Εκείνος τα γνώριζε και μας τα φανέρωσε και τα έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Ά Κορ. 15,54), κατά το λόγο του Αποστόλου. Τι έχουμε λοιπόν να φοβηθούμε απ’ αυτό που κατεπόθη από την ανάσταση του Χριστού; Δεν προσκολλάται ο φόβος του θανάτου πάνω σ’ εκείνους που είναι προσκολλημένοι στο Χριστό, τον Νικητή του θανάτου και Δωρεοδότη.
Όμως, παραμένει ένας φόβος συνειδητός και δικαιολογημένος. Είναι ο φόβος που ένοιωθαν ακόμα και οι ψυχές των Αγίων μπροστά στο θάνατο. Αυτό δεν είναι φόβος του θανάτου αλλά της μη προετοιμασίας για την αθάνατη ζωή, είναι φόβος εξαιτίας της ακαθαρσίας της ψυχής. Επειδή οι ακάθαρτοι δεν θα δουν το Θεό και την αληθινή ζωή στην Βασιλεία των Ουρανών.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Friday, April 6, 2018
Μεγάλη Παρασκευή Πρωί: «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» ( ἐπίσκοπος Αυγουστίνου Καντιώτη )
Μεγάλη Παρασκευὴ εἶνε σήμερα, ἀγαπητοί μου συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί, ἡμέρα ἱερὰ γεμάτη ἀναμνήσεις, ἡμέρα ποὺ προκαλεῖ ῥίγη συγκινήσεως καὶ δάκρυα. Ἂς βγάλουμε τὴν ὥρα αὐτὴ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ μυαλό μας κάθε ἰδέα γήινη, κάθε ῥυπαρὴ σκέψι καὶ λογισμό, ἂς καθαρίσουμε τὴ διάνοιά μας, καὶ μὲ τὰ φτερὰ τῆς φαντασίας ἂς διασχίσουμε τὶς ἀποστάσεις καὶ τοὺς αἰῶνες, κι ἂς ἐπισκεφθοῦμε νοερὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους.
Μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ ἐκεῖ κι ὅμως νὰ μὴν εἶνε ἐκεῖ, καὶ μπορεῖ νὰ μὴν πάῃ σωματικὰ στοὺς Ἁγίους Τόπους κι ὅμως νά ᾽νε ἐκεῖ ψυχικά.Ἂς βρεθοῦμε λοιπὸν τώρα μὲ τὴ σκέψι μας στὸ μέρος ἐκεῖνο ποὺ λέγεται Κρανίου τόπος ἢ Γολγοθᾶς· ἐκεῖ ποὺ παίχθηκε τὸ δρᾶμα τῶν δραμάτων, ἐκεῖ ποὺ δόθηκε ἡ μεγάλη μάχη μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, ἀληθείας καὶ ψεύδους. Ἐκεῖ, στὸ Γολγοθᾶ, εἶνε τώρα ὁ ἐσταυρωμένος Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
Θεαταὶ τῆς θυσίας του εἶνε πολλοί. Ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ τὰ τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, τὰ Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ, ποὺ ἀπὸ τὰ θεωρεῖα τῆς αἰωνιότητος βλέπουν τὸ δρᾶμα, ἀγανακτοῦν κ᾽ εἶνε ἕτοιμοι μὲ τὶς πύρινες ῥομφαῖες τους νὰ σαρώσουν τοὺς δημίους.Θεαταὶ ἀπ᾽ τὴ γῆ εἶνε ὁ ὄχλος ἐκεῖνος, ποὺ πρὶν τέσσερις μέρες, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἐκραύγαζε «Ὡσαννά» (Ματθ. 21,9. Μᾶρκ. 11,9-10. Ἰω. 12,13) καὶ τώρα εἶνε κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ γιὰ νὰ ἐμπαίξῃ.Θεαταὶ εἶνε ἀκόμα οἱ εἰδωλολάτρες στρατιῶτες , τὸ ἀπόσπασμα ποὺ μὲ ἐπὶκεφαλῆς τὸν ἑκατόνταρχο (λοχαγό) ἔλαβε ἐντολὴ ν᾽ ἀνεβῇ στὸν Κρανίου τόπον καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασι τοῦ Ἰουδαϊκοῦ δικαστηρίου. Οἱ ἀγροῖκοι αὐτοὶ ῾Ρωμαῖοι, ποὺ ἔχουν λάβει μέρος σὲ μάχες καὶ συνήθισαν νὰ βλέπουν τὸ ἀνθρώπινο αἷμα νὰ χύνεται, εἶνε ἀδιάφοροι· ἢ μᾶλλον ὄχι ἀδιάφοροι, ἀλλὰ συνεχίζουν τὸν ἐμπαιγμὸ ποὺ ἔκαναν μέσα στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου.
Παρακολουθοῦν τὴν ἐκτέλεσι, παίζουν ζάρια κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρό, καὶ πίνουν ποτά…Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ μεσαῖος ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἐσταυρωμένους, ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἑλκύειτὴν προσοχή τους. Βλέπουν ὅτι διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι βλαστημοῦν, καταριῶνται τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκαν, ἐκσφενδονίζουν ὕβρεις σὲ ὅλους, ἐνῷ ὁ Ἐσταυρωμένος αὐτὸς σιωπᾷ . Ἡ σιωπή του εἶνε μυστηριώδης, σιωπὴ ποὺ προκαλεῖ συγκίνησι. Σιωπᾷ ὁ Χριστός.Κι ὅταν ἀνοίγει τὰ ἄχραντα χείλη του γιὰ νὰ πῇ τοὺς ἑπτὰ λόγους τοῦ σταυροῦ , τὰ λόγια του αὐτὰ δὲν εἶνε κατάρες, εἶνε εὐλογίες, λόγια ποὺ προκαλοῦν βαθειὰ ἐντύπωσι σὲκάθε ἀκροατὴ καὶ θεατή. Αὐτὰ τὰ λόγια τὰ πρόσεξαν οἱ σταυρωταὶ τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ στρατιῶτες τοῦ ἀποσπάσματος ἄκουσαν τὸ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34) , ἄκουσαν τὸ «Διψῶ» (Ἰω. 19,28) , ἄκουσαν τὸ «Ἠλὶ Ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί;» «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνα τί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46. Μᾶρκ. 15,34) , ἄκουσαν καὶ τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30).
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἄκουσαν καὶ διαλογίζονταν· Ποιός νά ᾽νε αὐτὸς ἆραγε; αὐτὸς διαφέρει τελείως ἀπὸ τοὺς ἄλλους καταδίκους… Κι ὅταν μετὰ τὸ μεσημέρι εἶδαν τὸν ἥλιο νὰ σκοτεινιάζῃ, τὸ σκοτάδι ν᾽ ἁπλώνεται σ᾽ ὅλη τὴν κτίσι, τὴ γῆ νὰ σείεται καὶ τὰ μνήματα ν᾿ ἀνοίγουν, τότε πλέον πίστεψαν.
Δὲν τοὺς ἔμεινε κανένας δισταγμὸς ἢ ἀμφιβολία, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἑκατόνταρχο εἶπαν κατατρομαγμένοι· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54)· αὐτὸς πραγματικὰ δὲν εἶνε τυχαῖος, ἔχει ὑπερφυσικὴ προέλευσι, εἶνε Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινός.
Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ἑκατόνταρχος ἔχουν περάσει –μετρῆστε–εἴκοσι περίπου αἰῶνες. Καὶ ἡ μαρτυρία - ὁμολογία αὐτὴ δὲν ἔμεινε μόνη· ἐπαναλαμβάνεται καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πολλές, ἀναρίθμητες μαρτυρίες λένε, ὅτι ὄντως ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, Θεάνθρωπος . Ἔχουμε ἀποδείξεις; Ἔχουμε. Ποιές εἶν᾽ αὐτές; Ἀναφέρω μερικές·
⃝«Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος». Τὸ φωνάζειπρῶτα - πρῶτα ἡ διδασκαλία του. Ἀνοῖξτε τὰκείμενα ὅλων τῶν θρησκειῶν, διαβάστε τὰ βιβλία τῶν φιλοσόφων, ἀκοῦστε τοὺς λόγους τῶν μεγαλυτέρων ῥητόρων· θὰ δῆτε, ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ὑπερτερεῖ, εἶνε ὑπέροχη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι κι ἄλλοι εἶπαν σπουδαῖα πράγματα· ἀλλὰ τὰ λόγια τους μοιάζουν μὲ μικρὰ ψήγματα χρυσοῦ ἀνακατεμένα μέσα σ᾽ ἕνα ὄγκο εὐτελῶν μετάλλων· μοιάζουν μὲ μικρὰ φῶτα, πυγολαμπίδες θὰ ἔλεγα, μπροστὰ στὸν ἥλιο. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε φῶς καὶ ζωή, κ᾽ ἔκαναν πάντα μεγάλη ἐντύπωσι.
Ἐχθρικοὶ ἀκροαταί του ἀναγκάστηκαν νὰ ὁμολογήσουν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος,ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46) . Ἂς προάγεται τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ὅπως εἶπε κάποιος, ἂςπροχωροῦν οἱ ἐπιστῆμες, ἂς γίνωνται ἀνακαλύψεις· ποτέ ἡ ἀνθρωπότης δὲν θὰ φθάσῃ τὸ ὕψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ κάποιος ἄλλος εἶπε· Δὲν ξέρω ἂν σὲ ἄλλους πλανῆτες κατοικοῦν λογικὰ ὄντα· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὑπάρχουν καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν θρησκεία ἀνώτερη ἀπὸαὐτὴν ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» · τὸ φωνάζειἡ διδασκαλία του, τὸ φωνάζουν καὶ τὰ θαύματά του. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ! Ὅπου ἅ-πλωνε τὰ ἄχραντα χέρια του, ὅπου ἀκουγό-ταν ἡ θεϊκὴ προσταγή του, ἐκεῖ ὁ ἄνεμος σταματοῦσε, ἡ τρικυμισμένη θάλασσα γαλήνευε,τὰ δαιμόνια ἔφευγαν, τυφλοὶ ἔβλεπαν, κουφοὶ ἄκουγαν, μουγγοὶ μιλοῦσαν, λεπροὶ καθαρίζονταν, παράλυτοι σηκώνονταν, κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ νεκροὶ ἀνασταίνονταν ἀπὸ τοὺς τάφους. Θαύματα πραγματικά, ὄχι φανταστικά.Θαύματα ποὺ ἔγιναν ὄχι νύχτα καὶ σὲ κάποια ἀθέατη γωνιά, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ πλῆθος μάτια, μερικὲς φορὲς καὶ ἐχθρῶν, ποὺ τὰ ἔβλεπαν καὶ κατάπληκτοι ἔλεγαν· «Οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν»(Μᾶρκ. 2,12) . Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἀνα-ρίθμητα. Κι ἂν ἡ θάλασσα γίνῃ μελάνι κι ὁ οὐ-ρανὸς χαρτὶ καὶ τὰ δέντρα μολύβια, δὲν φτά-νουν γιὰ νὰ ἱστορηθοῦν τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» . Τὸ φωνάζειἀκόμα ὁ ἄψογος βίος του. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἅγιος, ὄχι μὲ ἔννοια σχετικὴ ὅπως πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ μὲ ἔννοια ἀπόλυτη. Εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει καμμία κακία ἢ ἐλάττωμα, δὲν «εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Ἠσ. 53,9 = Α΄ Πέτρ. 2,22) , ἐκεῖνος ποὺ ἡ ζωή του λάμπειἀπὸ κάθε πλευρά, ἐκεῖνος ποὺ ἡ ἀρετή του «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3) . Ποιά ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ ν᾽ ἀναφέρουμε πρώτη; τὴ φτώχεια καὶ ἁπλότητά του, ποὺ κανείς ἄλλος δὲν ἔζησετόσο ταπεινὰ ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20); τὴν πραότητα καὶ ἀνεξικακία του ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς καὶ σταυρωτάς του; τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀφοβία του ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ Πιλάτου ὅταν διεκήρυττε τὴν ἀλήθεια; τὴν ταπείνωσί του, μέχρι ση-μείου νὰ σκύψῃ νὰ πλύνῃ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του; ἢ πρὸ παντὸς τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὑποφέρουν; Ὅλα αὐτὰ συνθέτουν τὴ μεγαλειώδη εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας στὴ γῆ. Μερικοὶ προ-σπάθησαν νὰ τοῦ βροῦν ἐλαττώματα· ἔψαξαντὰ Εὐαγγέλια, πίεσαν τὸν ἐγκέφαλό τους, μὰ δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν ψεγάδι. Ὁ ἥλιος ἔχειτὶς κηλῖδες του, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀκηλίδωτος ἥλιος. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «Τίς ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰω. 8,46) , καὶ τὸ ἐρώτημά του μένει ἀναπάντητο διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» , τὸ ἀποδεικνύουν ἡ διδασκαλία του, τὰ θαύματά του, ἡ ἁγιότης τοῦ βίου του, τὸ ἀποδεικνύει τέλος ἡ μαρτυρία τῶν αἰώνων. Δὲν τὸ μαρτυρεῖ μόνο ὁ ἑκατόνταρχος· τὸ μαρτυροῦν οἱ γενεὲς γενεῶν τῶν ἁγίων· μικρὰ παιδιὰ σὰν τὸν ἅγιο Κήρυκο ποὺ κρατοῦν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μητέρες, σεμνὲς παρθένες, ἁπλοϊκοὶ ἰδιῶτες ὅπως οἱ ψαρᾶδες, σοφοὶ ἐπιστήμονες· ὅλοι ὁμολογοῦν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς ἀληθινός.
Θεαταὶ κ᾽ ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος μας. Πῶς παρακολουθοῦμε τὸ θεῖο δρᾶμα; Ὅπως οἱ ἄγγελοι μὲ ἀγάπη καὶ λατρεία, ἢ ὅπως ὁ ὄχλος ποὺ ξέχασε τὰ «Ὡσαννά» καὶ φώναζε «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν»; (Ἰω. 19,6) . Ἂς τὸ παρακολουθοῦμε ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἄφησε τοὺς δισταγμούς, πίστεψε καὶ τὸν ὡμολόγησε Υἱὸ Θεοῦ.Ἂν ὑπάρχῃ κάποιος ποὺ ἔχει κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχειπαρὰ νὰ τὸν πλησιάσῃ, νὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἐρευνήσῃ μὲ εἰλικρίνεια . Καὶ τότε σὰν τὸν ἑκατόνταρχο θὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὰ πράγματα νὰ ὁμο-λογήσῃ κι αὐτός, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός» , ὅτι εἶνε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, ὅτι εἶνε ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 24-4-1981.
http://agapienxristou.blogspot.ca
http://www.agiameteora.net/
http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html
http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html
http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html
Tuesday, April 3, 2018
Δέν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος ( Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης )
Παντρεύτηκα καί μέ πῆγε ὁ ἄντρας μου στήν Ἀγγλία, στήν Γερμανία, σέ ὅλους τούς γιατρούς. Οἱ γιατροί δέν βρῆκαν τίποτα. Δέν ξέρουν ὅτι ἔχω δαίμονα. Τώρα, μέ ἔφερε καί σέ σένα”.
»Τούς εἶπα, “ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία” καί φώναξε τό δαιμόνιο: “Ἐσύ δέν τά λές καλά! Ἐκεῖνος ὁ ἄλλος ὁ παπάς (ἕνας ἄλλος Ἱερέας ἐξ ἐγγάμων πού εἶχαν πάει πρωτύτερα) τά λέει καλύτερα. Μόνο μεταλαβιά (θεία Κοινωνία), δέν χρειάζονται διαβάσματα (ἐξομολόγηση) “.
»Εἴδατε, ἀδελφοί μου, πώς δέν τήν θέλει τήν ἐξομολόγηση ὁ διάβολος καί ὅτι ἡ θεία Κοινωνία δίχως ἐξομολόγηση δέν ὠφελεῖ σέ τίποτα».
«Κοινωνᾶμε, ἀλλά δέν κοινωνᾶμε»
Μιά κυρία ἀπό ἕνα χωριό, ἦρθε πρίν μερικά χρόνια νά μέ δῆ. Μοῦ εἶπε ὅτι ἦρθε στίς Ροβιές στό πανηγύρι καί κατά τό ἔθος κοινώνησε. Ὅμως, ἐνῶ κατάπιε τό “ζμί” (ζουμί–αἷμα Κυρίου), τό “κοψίδι” (ψίχα–σῶμα Κυρίου) ἔμεινε κάτω ἀπό τήν γλῶσσα καί δέν μποροῦσε νά τό καταπιῆ. Πήγανε σέ ἕνα σπίτι, τούς κέρασαν καφέ καί παξιμάδι, τά ἔφαγε, ἀλλά τό κομματάκι δέν κατέβαινε. Τό εἶπε στήν γειτόνισσα καί τήν παρακάλεσε νά τό σκουντήση μέ τό χέρι της. Φύγανε ἀπό τίς Ροβιές. Στόν δρόμο εἴχανε ψωμί καί τυρί καί φάγανε σέ μιά πηγή πού σταματήσανε. Αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἀκόμα ἐκεῖ τό ψιχουλάκι καί αἰσθανόταν ὅτι μοσχοβολάει. Ἔβαλε τό δάκτυλο καί τό σκουντοῦσε καί αὐτό ἔβγαινε ἔξω πάλι στήν γλῶσσα της.
— Τί ἦταν αὐτό, π. Ἰάκωβε; μέ ρώτησε.
— Μήπως εἶχες κανένα ἁμάρτημα καί πῆγες νά κοινωνήσης καί δέν ἤσουν ἄξια καί ἱκανή νά πᾶς νά κοινωνήσης; Μήπως μέ καμμιά σου γειτόνισσα τά εἶχες χαλάσει;
— Ναί, παπά μου! Ἦρθε ἡ κόττα τῆς γειτόνισσας στήν αὐλή μου καί τήν ἔδιωξα λέγοντας “ἴσου! νά φᾶς τήν νοικοκυρά σου, νά ψοφήση ἡ νοικοκυρά σου!”. Καί ὕστερα σάν νά μέ φώτισε ὁ Θεός τό βράδυ καί μοῦ εἶπε: “Δέν πᾶς νά πάρης συγχώρηση ἀπό τήν γειτόνισσα;”. “Νά πάω”, εἶπα. Στόν δρόμο ὅμως πού πήγαινα, μοῦ εἶπε ὁ λογισμός: “Ἔ! δέν εἶναι τίποτα. Καί ἡ δική μου πάει σέ αὐτήν καί αὐτῆς ἔρχεται σέ μένα”.
»Βλέπετε τί τῆς εἶπε ὁ διάβολος; Καί ἐνῶ πῆγε νά κοινωνήση, δέν κοινώνησε, διότι εἶχε καταραστῆ τήν γειτόνισσά της».
«Καί μιά ἄλλη φορά, ἕνα παλληκάρι ἦρθε νά κοινωνήση καί δίσταζα λίγο μέσα μου νά τό κοινωνήσω. Φαίνεται θά εἶχε κάποιο πνευματικό κώλυμα. Ὅταν, λοιπόν, τό κοινωνοῦσα, ἕνας παρευρισκόμενος μοναχός, ἀρετῆς ἄνθρωπος, εἶδε νά φεύγη ἀπό τήν ἁγία Λαβίδα μιά χρυσή λάμψη, νά περνᾶ πάνω ἀπό τό κεφάλι μου καί νά πάη πάνω στήν ἁγία Τράπεζα καί κάθησε ἐκεῖ. Μετά τήν ἀκολουθία, μοῦ τό εἶπε ὁ μοναχός καί μοῦ εἶπε ὅτι τό ἔβλεπε (τό παλληκάρι) μαῦρο στό πρόσωπο.
»Βλέπετε; Κοινωνᾶμε ἀλλά δέν κοινωνᾶμε! Γι᾽ αὐτό καί οἱ μάγοι καί οἱ αἱρετικοί μερικές φορές συνιστοῦν καί θεία Κοινωνία, ἀλλά φροντίζουν νά μήν (μᾶς ἀφήσουν νά) σκεφτοῦμε (γιά) νά προετοιμαστοῦμε σωστά».
ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ
Saturday, March 31, 2018
«Ἰδοῦ, ὁ Νυμφίος ἔρχεται»
Οἱ ἱερὲς Ἀκολουθίες τῶν τριῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος ὀνομάζονται Ἀκολουθίες τοῦ Νυμφίου καὶ παίρνουν τὴν ὀνομασία τους ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν Δέκα Παρθένων, ποὺ ἀναγινώσκεται τὴ Μεγάλη Τρίτη. Ποιὰ θέση ἔχει ὅμως μέσα στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἡ παραβολὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἀναφορὰ στὴ μορφὴ τοῦ Νυμφίου, καθὼς σὲ ἕνα πρῶτο βλέμμα δὲν φαίνεται νὰ ἔχει κάποια σχέση μὲ τὰ Πάθη τοῦ Κυρίου;
Στήν παραβολὴ τῶν Δέκα Παρθένων ὁ Κύριος παρουσιάζει τὸν Ἑαυτό του ὡς Νυμφίο μας. Τὸ κάνει, διότι ἐξαρχῆς ὡς Δημιουργός μας μᾶς ἔπλασε ὅμοιους μὲ τὸν Ἑαυτό του, «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» δική Του.
Αὐτὸς ὁ δεσμός μας μὲ τὸν Πλαστουργό μας παρουσιάζεται στὴ Γραφὴ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς συζυγικῆς ζωῆς, τοῦ Νυμφίου καὶ τῆς Νύμφης ψυχῆς. «Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει τὴν ψυχή μας Νύμφη; Τὴν ὀνομάζει Νύμφη, διότι τὴν ἔχει μνηστευθεῖ ὡς Θεὸς Λόγος» (Μέγας Ἀθανάσιος).
Ἡ σχέση ἀγάπης ποὺ εἴχαμε ἀπὸ τὴ δημιουργία μας μὲ τὸν Θεό, ἦταν ἀρραβώνας καὶ πρόγευση αἰώνιας κοινωνίας ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε. Ὅταν ὅμως οἱ Πρωτόπλαστοι ἔπεσαν, ἀρνήθηκαν τὸν Νυμφίο τους καὶ Τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ ζωή τους. Πῆραν διαζύγιο ἀπὸ Αὐτόν.Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνθρωπότητα πλέον ἦ αν «μοιχαλίδα» (πρβλ. Ἰεζ. ις΄ 38).
Οἱ ἄνθρωποι ἀπαρνήθηκαν τὸν ἀγαθὸ Νυμφίο καὶ ἐγκατέστησαν στὴν ψυχή τους τὸν ἐχθρὸ διάβολο. Παραδόθηκαν ἔτσι θεληματικὰ σὲ φρικτὴ κόλαση καὶ ἀργοπέθαιναν.
Ὥσπου ὁ Δημιουργός τους, ὁ ἀληθινὸς Νυμφίος τους, «ὁ ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλ. μδ΄ [44] 3), κατέβηκε στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μαζί τους, μὲ τὸν καθένα μας.
Πῶς ὅμως μποροῦσε νὰ γίνει αὐ τό; Ἡ εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ μας εἶχε μέσα μας ἀμαυρωθεῖ. Οἱ ψυχές μας εἶχαν διαφθαρεῖ. Πῶς μποροῦσε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ ἑνωθεῖ μ’ αὐτές, ποὺ ἦταν κα άστικτες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Ἔπρεπε πρῶτα νὰ καθαριστοῦν, νὰ γίνουν ἅγιες, ὡραῖες.
Αὐτὸ τὸ ἔργο ἐργάστηκε ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός μας, σηκώνοντας στοὺς δικούς Του ὤμους τὴ δική μας ἁμαρτωλότητα. Τὸ ἔκανε κυρίως ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς καὶ κοσμοσωτήριες ὧρες τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἐκεῖ, πάνω στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ὁ Θεάνθρωπος Νυμ φί ος μας, τὸ ὡραιότερο καὶ ἁγιότερο πρόσωπο τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ μᾶς ξα να δώ σει τὴ χα μέ νη μας ὡραιότητα, πῆρε πάνω του τὴ δική μας ἀσχήμια. Φορτώθηκε Ἐκεῖνος τὶς δικές μας ἁμαρτίες! Ὅπως τὸ εἶπε αἰῶνες πρὶν ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (νγ΄ 4).
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς παρουσιάζει τὸν Κύριο νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὴ Νύμφη, τὴν Ἐκκλησία, καὶ νὰ λέει: «‘‘Κἂν ἐμπτυσθῆναι δέῃ, κἂν ραπισθῆναι, κἂν εἰς αὐτὸν ἀναβῆναι τὸν σταυρόν, οὐδὲ σταυρωθῆναι παραιτήσομαι, ὥστε τὴν νύμφην λαβεῖν’’». Κι ἂν ἀκόμη χρειαστεῖ νὰ ἐμπτυσθῶ, νὰ ραπισθῶ, ἀκόμη καὶ νὰ ἀνεβῶ στὸ Σταυρό· ἀκόμη καὶ τὸ νὰ σταυρωθῶ δὲν θὰ τὸ ἀποφύγω, προκειμένου νὰ κερδίσω τὴ Νύμφη… Καὶ τὴν κέρδισε!
Μέσα ἀπὸ τὴ φρικτὴ ἐκείνη ἀτίμωσή Του ὁ Κύριος ἐργάστη κε τὴ δική μας ἀνάπλαση. Μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ νερὸ ποὺ ἔτρεξε ἀπὸ τὴν ἁγία Του πλευρὰ μᾶς ἀνέπλα σε. Τὸ νερὸ τῆς ἁγίας πλευρᾶς Του εἶναι ποὺ μᾶς λούζει στὸ Μυστή ριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ μᾶς ἑνώνει καὶ πάλι μαζί Του.
«Ὁ Κύριος ἀγάπη σε τὴν Ἐκκλησί α Του», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «καὶ παρέδωσε τὸν Ἑαυτό του σὲ θάνατο γιὰ χάρη της, ὥστε νὰ τὴν ἁγιάσει καθαρίζοντάς την μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ ὕδατος τοῦ Βαπτίσματος, προκειμένου νὰ τὴν παρουσιάσει ὡς Νύμφη Του ἄμωμη καὶ ἔνδοξη, χωρὶς κανένα σπίλο ἢ ρυτίδα» (Ἐφ. ε΄ 25-27). Ἀγάπη σε ὁ Κύριος τὴν Ἐκκλησία Του ὡς σύνολο, ἀγάπησε ὅμως μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη καὶ τὸν καθένα μας, τὴν καθεμία ψυχὴ ξεχωριστά.
Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα θὰ δοῦ με καὶ πάλι τὸν Νυμ φί ο τῆς Ἐκκλησίας μας. Πόσοι ὅμως ἀπὸ μᾶς θὰ κατανοήσουμε ὅ τι ὁ πληγωμένος Κύριός μας θέλει νὰ εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει οὐράνια ἀγαλλίαση; Ναί! Ποθεῖ ὁ Κύριος νὰ ἑνωθεῖ μὲ μᾶς, μὲ μᾶς ποὺ Τὸν προδώσαμε καὶ ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.
Ἰδιαιτέρως λοιπὸν τὶς ἅγιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος νὰ τὶς ζήσουμε μὲ μετάνοια καὶ συντριβή, γιὰ νὰ μὴ μείνου με ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ. Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριό μας νὰ καθαρίσει μὲ τὸ τίμιο Αἷμα Του τὴν «δυσείμονα» (ἄσχημη) μορφή μας, νὰ καθαρίσει «τὸν ρύπον» (βρωμιά) τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ ζήσουμε τὰ ἄχραντα Πάθη Του μὲ συναίσθηση καὶ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη γιὰ ὅσα ἔκανε γιὰ μᾶς. «Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί, ἀγαπήσωμεν». Καὶ μὲ συγκίνηση ἱερὴ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦμε στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀναστήσει σὲ νέα ζωὴ καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ εἰσέλθουμε μαζί Του στοὺς οὐράνιους γάμους σὲ αἰώνια κοινωνία ἀ γάπης.
Στήν παραβολὴ τῶν Δέκα Παρθένων ὁ Κύριος παρουσιάζει τὸν Ἑαυτό του ὡς Νυμφίο μας. Τὸ κάνει, διότι ἐξαρχῆς ὡς Δημιουργός μας μᾶς ἔπλασε ὅμοιους μὲ τὸν Ἑαυτό του, «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» δική Του.
Αὐτὸς ὁ δεσμός μας μὲ τὸν Πλαστουργό μας παρουσιάζεται στὴ Γραφὴ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς συζυγικῆς ζωῆς, τοῦ Νυμφίου καὶ τῆς Νύμφης ψυχῆς. «Γιατί ὁ Θεὸς ὀνομάζει τὴν ψυχή μας Νύμφη; Τὴν ὀνομάζει Νύμφη, διότι τὴν ἔχει μνηστευθεῖ ὡς Θεὸς Λόγος» (Μέγας Ἀθανάσιος).
Ἡ σχέση ἀγάπης ποὺ εἴχαμε ἀπὸ τὴ δημιουργία μας μὲ τὸν Θεό, ἦταν ἀρραβώνας καὶ πρόγευση αἰώνιας κοινωνίας ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε. Ὅταν ὅμως οἱ Πρωτόπλαστοι ἔπεσαν, ἀρνήθηκαν τὸν Νυμφίο τους καὶ Τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴ ζωή τους. Πῆραν διαζύγιο ἀπὸ Αὐτόν.Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνθρωπότητα πλέον ἦ αν «μοιχαλίδα» (πρβλ. Ἰεζ. ις΄ 38).
Οἱ ἄνθρωποι ἀπαρνήθηκαν τὸν ἀγαθὸ Νυμφίο καὶ ἐγκατέστησαν στὴν ψυχή τους τὸν ἐχθρὸ διάβολο. Παραδόθηκαν ἔτσι θεληματικὰ σὲ φρικτὴ κόλαση καὶ ἀργοπέθαιναν.
Ὥσπου ὁ Δημιουργός τους, ὁ ἀληθινὸς Νυμφίος τους, «ὁ ὡραῖος κάλλει παρὰ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων» (Ψαλ. μδ΄ [44] 3), κατέβηκε στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἑνωθεῖ καὶ πάλι μαζί τους, μὲ τὸν καθένα μας.
Πῶς ὅμως μποροῦσε νὰ γίνει αὐ τό; Ἡ εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ μας εἶχε μέσα μας ἀμαυρωθεῖ. Οἱ ψυχές μας εἶχαν διαφθαρεῖ. Πῶς μποροῦσε ὁ ἅγιος Θεὸς νὰ ἑνωθεῖ μ’ αὐτές, ποὺ ἦταν κα άστικτες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Ἔπρεπε πρῶτα νὰ καθαριστοῦν, νὰ γίνουν ἅγιες, ὡραῖες.
Αὐτὸ τὸ ἔργο ἐργάστηκε ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός μας, σηκώνοντας στοὺς δικούς Του ὤμους τὴ δική μας ἁμαρτωλότητα. Τὸ ἔκανε κυρίως ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς καὶ κοσμοσωτήριες ὧρες τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ἐκεῖ, πάνω στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ὁ Θεάνθρωπος Νυμ φί ος μας, τὸ ὡραιότερο καὶ ἁγιότερο πρόσωπο τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ μᾶς ξα να δώ σει τὴ χα μέ νη μας ὡραιότητα, πῆρε πάνω του τὴ δική μας ἀσχήμια. Φορτώθηκε Ἐκεῖνος τὶς δικές μας ἁμαρτίες! Ὅπως τὸ εἶπε αἰῶνες πρὶν ὁ προφήτης Ἡσαΐας: «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται» (νγ΄ 4).
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς παρουσιάζει τὸν Κύριο νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὴ Νύμφη, τὴν Ἐκκλησία, καὶ νὰ λέει: «‘‘Κἂν ἐμπτυσθῆναι δέῃ, κἂν ραπισθῆναι, κἂν εἰς αὐτὸν ἀναβῆναι τὸν σταυρόν, οὐδὲ σταυρωθῆναι παραιτήσομαι, ὥστε τὴν νύμφην λαβεῖν’’». Κι ἂν ἀκόμη χρειαστεῖ νὰ ἐμπτυσθῶ, νὰ ραπισθῶ, ἀκόμη καὶ νὰ ἀνεβῶ στὸ Σταυρό· ἀκόμη καὶ τὸ νὰ σταυρωθῶ δὲν θὰ τὸ ἀποφύγω, προκειμένου νὰ κερδίσω τὴ Νύμφη… Καὶ τὴν κέρδισε!
Μέσα ἀπὸ τὴ φρικτὴ ἐκείνη ἀτίμωσή Του ὁ Κύριος ἐργάστη κε τὴ δική μας ἀνάπλαση. Μὲ τὸ αἷμα καὶ τὸ νερὸ ποὺ ἔτρεξε ἀπὸ τὴν ἁγία Του πλευρὰ μᾶς ἀνέπλα σε. Τὸ νερὸ τῆς ἁγίας πλευρᾶς Του εἶναι ποὺ μᾶς λούζει στὸ Μυστή ριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καὶ μᾶς ἑνώνει καὶ πάλι μαζί Του.
«Ὁ Κύριος ἀγάπη σε τὴν Ἐκκλησί α Του», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «καὶ παρέδωσε τὸν Ἑαυτό του σὲ θάνατο γιὰ χάρη της, ὥστε νὰ τὴν ἁγιάσει καθαρίζοντάς την μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ ὕδατος τοῦ Βαπτίσματος, προκειμένου νὰ τὴν παρουσιάσει ὡς Νύμφη Του ἄμωμη καὶ ἔνδοξη, χωρὶς κανένα σπίλο ἢ ρυτίδα» (Ἐφ. ε΄ 25-27). Ἀγάπη σε ὁ Κύριος τὴν Ἐκκλησία Του ὡς σύνολο, ἀγάπησε ὅμως μὲ τὴν ἴδια ἀγάπη καὶ τὸν καθένα μας, τὴν καθεμία ψυχὴ ξεχωριστά.
Τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα θὰ δοῦ με καὶ πάλι τὸν Νυμ φί ο τῆς Ἐκκλησίας μας. Πόσοι ὅμως ἀπὸ μᾶς θὰ κατανοήσουμε ὅ τι ὁ πληγωμένος Κύριός μας θέλει νὰ εἶναι ὁ Νυμφίος τῆς ψυχῆς μας, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει οὐράνια ἀγαλλίαση; Ναί! Ποθεῖ ὁ Κύριος νὰ ἑνωθεῖ μὲ μᾶς, μὲ μᾶς ποὺ Τὸν προδώσαμε καὶ ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του.
Ἰδιαιτέρως λοιπὸν τὶς ἅγιες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος νὰ τὶς ζήσουμε μὲ μετάνοια καὶ συντριβή, γιὰ νὰ μὴ μείνου με ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ. Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριό μας νὰ καθαρίσει μὲ τὸ τίμιο Αἷμα Του τὴν «δυσείμονα» (ἄσχημη) μορφή μας, νὰ καθαρίσει «τὸν ρύπον» (βρωμιά) τῆς ψυχῆς μας καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ ζήσουμε τὰ ἄχραντα Πάθη Του μὲ συναίσθηση καὶ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη γιὰ ὅσα ἔκανε γιὰ μᾶς. «Τὸν Νυμφίον, ἀδελφοί, ἀγαπήσωμεν». Καὶ μὲ συγκίνηση ἱερὴ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦμε στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ μᾶς ἀναστήσει σὲ νέα ζωὴ καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ εἰσέλθουμε μαζί Του στοὺς οὐράνιους γάμους σὲ αἰώνια κοινωνία ἀ γάπης.
Thursday, March 29, 2018
Τα βαμμένα χείλη ( Άγιος Ιωάννης Μαξιμόβιτς )
Από εγκύκλιο σημείωμα του Αγ.Ιωάννη Μαξίμοβιτς προς τον κλήρο της αρχιεπισκοπής του:
«Σας αναθέτουμε το να υπενθυμίζετε στα άτομα που εισέρχονται στον ναό με βαμμένα χείλη να μην προσκυνούν τις εικόνες,το σταυρό και οτιδήποτε αγιασμένο για να μην αφήνουν επάνω τους ίχνη από κραγιόν.
Να βάλετε αφίσες στην είσοδο της εκκλησίας και να υπενθυμίζετε στα κηρύγματά σας ότι αυτό είναι ασέβεια.
Να βάλετε αφίσες στην είσοδο της εκκλησίας και να υπενθυμίζετε στα κηρύγματά σας ότι αυτό είναι ασέβεια.
Επίσης να μην πλησιάζουν των αχράντων μυστηρίων χωρίς πρώτα να σκουπίσουν τα χείλη τους απο το κραγιόν».
Άγιος Ιωάννης Μαξιμόβιτς
Monday, March 26, 2018
Κάθε μέλος του σώματος αμαρτάνει με το να εργάζεται παρά το θέλημα του Θεού ( Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου )
Αμαρτήματα δεν είναι όσα γίνονται κατά φύση, αλλά πονηρά είναι εκείνα που γίνονται από την προαίρεση του ανθρώπου. Π.χ. δεν είναι αμαρτία το να τρώει ο άνθρωπος, αλλά το να μην τρώει με ευχαριστία, κοσμιότητα και εγκράτεια ώστε να κρατά το σώμα του στη ζωή χωρίς κανένα πονηρό υπολογισμό. Ούτε το να βλέπεις αθώα είναι αμαρτία, αλλά το να βλέπεις με φθόνο, υπερηφάνεια και απληστία.
Επίσης το να μην ακούς υπομονετικά, αλλά με οργή και θυμό, το να μην καθοδηγείς τη γλώσσα σου σε ευχαριστία προς το Θεό και προσευχή, αλλά να κατηγορείς τους άλλους· και το να μην απασχολείς τα χέρια σου στην ελεημοσύνη, αλλά σε φόνους και αρπαγές. Έτσι κάθε μέλος του σώματος αμαρτάνει με το να εργάζεται παρά το θέλημα του Θεού και με τη θέληση του ανθρώπου τα πονηρά.
Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου
Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου
Friday, March 23, 2018
Subscribe to:
Posts (Atom)








